Σάββατο

Τετάρτη

12 seconds at Kitty Hawk



Έχει κρύο και αέρα. Η άμμος του Kitty Hawk φτάνει άνετα σε μεγάλο ύψος κι αυτό τους προκαλεί φθόνο.

Πείσμα. Ω αδ
ερφέ μου σ' αγαπώ...

Ανάβουν τη μηχανή. Χρειάζεται αρκετά λεπτά για να ζεσταθεί.
Μερικοί χωριάτες κάθονται πιο κει.

Υπομονή. Ω αδερφέ μου σ' αγαπώ...

Σήμερα είναι η σειρά του Orville να δοκιμάσει.

Αγωνία. Ω αδερφέ μου σ' αγαπώ...

Κόντρα στον άνεμο, όπως πρόσταζαν οι υπολογισμοί.
Ο κινητήρας δίνει κάποια δύναμη. Αυξάνει κάπως ταχύτητα. Ο Wilbur τρέχει δίπλα του κρατώντας το φτερό για ισορροπία.

Τώρα! Ω αδερφέ μου
σ' αγαπώ...

Σηκώνεται...! Λίγο. Προχωράει.

0...1...2...3...4...5...6...7...8
...9...10...11...12...

Κάτι σαν προσγείωση! Ω αδερφέ μου σ' αγαπώ...


Μερικοί απ' τους χωριάτες δακρύζουν.

Ιστορία. Ω αδερφέ μου σ' αγαπώ...





17/12 /03










Vals en diagonal



Στην Louise που αγάπησε αυτή την ιστορία πριν ακόμη γραφτεί


Απ' τη θέση f8 φαινόταν καθαρά το πεδίο, κρύο, λείο και καθρεφτένιο. Οι ακίνητοι κοντοπίθαροι υφιστάμενοι, σε στάση προσοχής ακριβώς μπροστά του δεν έκρυβαν καθόλου την απέραντη χαρτογραφημένη με γράμματα και αριθμούς έκταση. Τέλεια στοίχιση, τέλεια ευθυγράμμιση, το ζεστό Σεβιλιάνικο φως ανακλούσε στα κράνη τους...

Να έχεις μυστικά πριν τις μάχες. Να έχεις πράματα να πάρεις μαζί σου πεθαίνοντας. Κι αν επιζήσεις να έχεις να φυλάς μέχρι την επόμενη.

Μυστικό υπ' αριθμόν 1: Κόντρα στους κανόνες που απαγόρευαν τη συναναστροφή των ανώτερων με τους κατώτερους κατάφερε να κάνει καλύτερό του φίλο έναν από εκείνους. Ο στρατιώτης προσπάθησε να το αποφύγει ως καλός και υπάκουος. Αλλά οι επίμονοι ψίθυροί του ανωτέρου σε κάθε παράταξη ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αποφύγει. Και για τον αξιωματικό ήταν περίεργη αυτή η φιλία. Ήταν κάτι σα λύση ανάγκης, γιατί ο σύντροφος στ' αριστερά του δεν είχε ποτέ του ανθρώπινα αυτιά και ήξερε μόνο να χλιμιντρίζει και να χοροπηδάει σε ορθές γωνίες ενώ στα δεξιά έστεκε αμίλητη και αυστηρή η μονάρχισσα. Κι έτσι του έμεινε μόνο ο μπροστινός. Είχε τεράστια τύχη. Οι στρατιώτες, ορκισμένοι σε μέχρι θανάτου πίστη στο χρώμα, τηρούσαν σχολαστικά τους τύπους. Αν για οποιοδήποτε λόγο αυτή η φιλία γινόταν γνωστή στο βασιλιά, τότε και οι δυο τους θα είχαν άσχημη κατάληξη. Όμως αυτός εδώ ο στρατιώτης ήταν περίεργα διαφορετικός. Δεν μιλούσε ποτέ, δεν εκφραζόταν, μόνο ακουγε. Και φυλούσε καλά τα μυστικά που άκουγε. Ναι, ήταν ο καλύτερος φύλακας μυστικών του κόσμου. Γιατί αν ποτέ μαρτυρούσε όλα όσα ήξερε τότε θα έπαιρνε σίγουρα προαγωγή, τη θέση του νεκρού πια εξομολογητή του.

Μυστικό υπ' αριθμόν 2: Η ποινή για έσχατη προδοσία σε όλους τους στρατούς του κόσμου είναι ο θάνατος. Για έναν στρατιωτικό, το ξήλωμα και ο δημόσιος εξευτελισμός ήταν ήδη θάνατος. Το πέσιμο της γκιλοτίνας απλά τον επιβεβαίωνε. Όταν ο στρατιώτης άκουσε για πρώτη φορά τις αλήθειες του αξιωματικού που στεκόταν πίσω του, το πάτωμα έτριξε. Κουνήθηκε η άμμος στη βάση των ποδιών του. Φοβήθηκε για το φίλο του. Φοβήθηκε και για τον εαυτό του. Η έσχατη προδοσία περιλαμβάνει πολύ σοφά και τη φύλαξη τέτοιων πληροφοριών. Ήταν ένα πολύ ωραίο απόγευμα. Τα λόγια του αξιωματικού ήταν: "Μέρες τώρα κοιταζόμαστε στα μάτια. Εκείνη ξεχνάει να κινηθεί. Εγώ μπερδεύω τα πλακάκια μου. Το ξέρω. Είναι σίγουρο. Με θέλει όσο κι εγώ. Με θέλει." Η ανώμαλη αυτή αγάπη, η όμοια με κτηνοβασία, ο έρωτας για τη βασίλισσα του αντίθετου χρώματος δεν ήταν απλά προδοσιά στους μαύρους. Ήταν μαζί και ασέβεια στους τίτλους, απρέπεια στον αντίπαλο, ανυπακοή στους κανόνες. Κανείς δεν είχε αντιμετωπίσει παρόμοια πρόβλημα ποτέ. Kαι της ατίμωσης αυτής δεν της έφτανε ο θάνατος για να εξαϋλωθεί.

Απέναντι, στη θέση e1, επικρατούσε η ίδια παγωμάρα και συγκέντρωση πριν τη μάχη. Εκείνη είχε το κεφάλι της στραμμένο ελαφρώς δεξιά τελευταία. Όταν ο δοξασμένος αλλά ανίκανος μαχητής σύζυγός της γυρνούσε προς το μέρος της τότε αυτή το επέστρεφε στη φυσιολογική του θέση κι άφηνε τα μάτια μόνο να καρφώνονται προς το μέρος όπου εξ' αρχής ορίστηκε η θέση f8. Αγέρωχος ο μονάρχης, τη ρώτησε μηχανικά, χωρίς να φαίνεται να ενδιαφέρεται και πολύ για την απάντησή της. "Είσαι χλωμή σήμερα. Τι έχεις;". Κι εκείνη, γνήσια γυναίκα, με ένστικτο και αστραπιαία οξυδέρκεια απάντησε. "Με κράτησε ο Anatoly για πολλή ώρα στα χέρια του. Έχει πολυ κρύα χέρια. Αυτή η καθιστική ζωή τόσα χρόνια πάνω απ' σκακιέρα καταντάει τα άκρα τους να αιματώνονται πολύ δύσκολα." . Ακούγοντάς το αυτό, κούνησε αργά το κεφάλι του, με το τέλεια κουρεμένο μούσι, απορώντας κάπως που η γυναίκα του που σκέφτηκε κάτι τόσο έξυπνο, αν και τα κρύα άκρα ενός παθιασμένου grand master είναι αυτονόητα.

Κι αφού ξεφορτώθηκε εύκολα τον αλαζόνα βασιλιά, η βασίλισσα τράβηξε νοερά κατά το παρελθόν, όπου βρέθηκε μια φορά δίπλα δίπλα με το μαύρο αξιωματικό. Κι εκείνος, με τη σιγουριά του στηριζόμενου από μακριά από τη δική του, μαύρη παντοδύναμη βασίλισσα της ψιθύρισε χαμογελώντας: "Εγώ κι εσείς είμαστε οι μόνοι που μπορούμε να κινηθούμε διαγώνια. Ίσως να μπορούσαμε να χορέψουμε κάποια φορά..." Η λευκή βασίλισσα θύμωσε τόσο με την αναίδεια και την κοροϊδία του βρωμιάρη, μαύρου "τρελού", που γύρισε και τον κοίταξε με βλέμμα κεραυνού, ικανό να σταματήσει όλες τις παρτίδες που παίζονται εκείνη τη στιγμή στον κόσμο. Και είδε ότι ο παρακατιανός αντίπαλος δεν κορόιδευε, αντιθέτως είχε κάτι αληθινά παιδικά ερωτευμένα μάτια, τέτοια που δικαιολογούσαν την άγνοια κινδύνου αυτού που έκανε...

................................

Είναι η στιγμή που ο Anatoly με τα κρύα χέρια πατάει το κουμπί του χρονομέτρου και κινεί το πρώτο πιόνι τρία τετράγωνα μπροστά. Ο Garry απαντάει με την ίδια κίνηση. Τα πρώτα λεπτά κυλούν μηχανικά με γρήγορες αποφάσεις...

................................

Φτάσαν να ιδρώνουν κάτω απ' τον προβολέα. Η μάχη είναι παροιμιώδης. Ο Anatoly χρειάζεται μια ισοπαλία για να πάρει τον τίτλο. Η στρατηγική έχει φέρει το λευκό βασιλιά στη θέση g1 πίσω από ένα ανασφαλές και κατεστραμμένο πια μεγάλο ροκέ και το μαύρο αξιωματικό στο τετράγωνο c5. Ο Garry τον σπρώχνει διαγώνια δυο θέσεις, αφήνοντάς τον στο e3, ακριβώς μπροστά απ' το e2, όπου από ώρα ξεκουράζεται η λευκή γαλαζοαίματη. Έρχονται λοιπον για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο. Εκείνη μπορεί να μυρίσει τον ιδρώτα του που αναβλύζει από τα διαγώνια χιλιόμετρα που διένυσε. Αυτός μπορεί να μυρίζει τα λουλούδια με τον οποίων το άρωμα λούζεται. Η ανάσες τους μπερδεύονται κάπου στο όριο των θέσεων τους. Ο Garry έχει αποφασίσει να θυσιάσει τον αξιωματικό. Δεν τον στηρίζει με κανένα πιόνι. Είναι βέβαιο ότι ο Anatoly θα επιλέξει το φάγωμά του μάυρου αξιωματικού απ' τη βασίλισσά του. Ο ποιητικός θάνατος ενός ρομαντικού εραστή απ' το χέρι της αγαπημένης του είναι ότι καλύτερο μπορούσε να του συμβεί. Του μένουν λίγα δευτερόλεπτα πριν αφήσει τις σκακιέρες. Και τη στιγμή εκείνη χωρίς καθόλου να σκεφτεί να σώσει το τομάρι του, στρέφεται στο λευκό βασιλιά. Δεν του ζητάει καν την άδεια να του απευθύνει το λόγο. Με το θράσσος και το κουράγιο ενός μελλοθάνατου που έχει αποδεχτεί το πεπρωμένο του, σχεδόν απαγγέλει: "Μεγαλειότατε θα μπορούσα να έχω την τιμή να χορέψω ένα βαλς με τη βασίλισσά σας;".

O βασιλιάς πύρωσε από οργή. "ΣΚΟΤΩΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΤΙΠΟΤΕΝΙΟ, ΤΟΝ ΑΛΑΖΟΝΑ ΠΑΡΑΚΑΤΙΑΝΟ ΑΜΕΣΩΩΩΩΩΩΣΣΣΣ". Η διαταγή του βέβαια θα έπρεπε πρώτα να περάσει απ' την έγκριση του grand master Anatoly πριν η βασίλισσά του κάνει απλά ένα βήμα μπροστά. Ο αξιωματικός απαξιώνοντας τα άγρια λόγια του λευκού ηγεμόνα επέστρεψε τα μάτια του πάνω στην αγαπημένη λευκή και άπλωσε δειλά το χέρι. Ο Anatoly παρακολουθώντας τη συζήτηση σαστισμένος, ξέχασε τελείως το χρονόμετρο που συνέχισε να κυλά εις βάρος του. Η βασίλισσα, έδωσε ανέλπιστα στον αξιωματικό το δικό της. "ΣΚΟΤΩΣΕΕΕΕ ΤΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΝ", ούρλιαζε ο βασιλιάς. Με το άλλο του χέρι, έπιασε την πορσελάνινη, λεπτή της μέση και άρχισαν με μιας να κινούνται διαγώνια, απολύτως μέσα στους κανονισμούς του παιχνιδιού που ορίζουν τη διαγώνια κίνηση, όμως την ίδια στιγμή, τελείως αιρετικά και παράνομα, αφού η ταυτόχρονη κίνηση δυο αντίπαλων πιονιών που εξωθείται από το μεταξύ τους έρωτα, διέλυε όλους τους άλλους νόμους σχετικούς με τη σειρά και την προτεραιότητα.

Και χόρεψαν...ένα ζεστό, γρήγορο, ζωηρό, βαλς σε διαγωνίους, που μόνο αυτοί που μπορούν να κινηθούν αποκλειστικά σε ένα χρώμα μπορούν να χορέψουν. Χόρεψαν πάνω σε όσα τετράγωνα είχαν αφήσει άδεια οι θυσιασμένοι μαχητές, πάνω σε κομματιασμένα μέλη νεκρών στρατιωτών, σε ματωμένες ουρές θανατωμένων αλόγων και σε σπασμένους τσιμεντόλιθους γκρεμισμένων πύργων. Με βουβό το ανοιγοκλείσιμο του στόματος του λευκού βασιλιά να διατάζει πια πεισματικά το θάνατο και των δυο και με απλανές το εκ των άνω βλέμμα του grand master Anatoly που χωρίς να το καταλάβει είχε χάσει πλέον τα πάντα...

Μόνο το χρονόμετρο δεν ένοιωσε κανένα απολύτως συναίσθημα από αυτή την ιστορία κι έτσι συνέχισε πιστά το καθήκον του. Κι όμως, το τικ τακ των δευτερολέπτων του, βρήκε κι αυτό το ρόλο του στη σκηνή που εκτυλίχθηκε, δίνοντας άθελά του το μέτρο στους χορευτές που χώριζαν στα τρία το κάθε δευτερόλεπτο κυματίζοντας αρμονικά στο ρυθμό των τριών τετάρτων, σταθερά πια και σίγουρα...


1...2...3...1...2...3...1...2...3...1...2...3........................................................................






Η δημιουργία του κειμένου αυτού ήταν έμπνευση που προήλθε από το μουσικό θέμα "Vals en Diagonal" του Pascal Comelade και τη θρυλική μάχη μεταξύ του Anatoly Karpov και του Garry Kasparov στη Σεβίλλη το 1987.


Παρασκευή

Hmm...like a destiny

"Destiny", by John Williams Waterhouse


Στη Mari, έτσι, επειδή μου έμαθε τους Pre-raphaelites καλλιτέχνες.


Αγαπώ τα καλοκαίρια, αλλά λατρεύω τους χειμώνες. Πουλάω την ψυχή μου για να αγοράσω βροχή και χαρίζω όλα μου τα υπάρχοντά για να βραδιάζει νωρίς, να ξυπνάω απ' το μεσημεριανό μου ύπνο κι έξω απ' το μπαλκόνι μου να 'χει βολευτεί για τα καλά στην ατμόσφαιρα η νύχτα και λίγο λίγο να μοσχοβολάει το κρύο της. Τα παγωμένα πρωινά να φαντάζομαι τα ζευγάρια των φοιτητών, σε ψηλά διαμερίσματα των μεγάλων οδών του κέντρου, να παίρνουν πίσω τη ζωή απ' τις υποχρεώσεις και να κυλιούνται νωχελικά μέσα στα παπλώματα που μυρίζουν “σώμα κοριτσιού μετά από μπάνιο και σεξ”. Κι απ' έξω ο κόσμος να πηγαίνει τρέχοντας, κουμπωμένος, μέσα στο κρύο, να περνάει, να περνάει...να πηγαίνει μπροστά, να προοδεύει, να βρίσκει δουλειά, να βγάζει λεφτά και να παίρνει προαγωγές.


Σε νοιάζει;”

Ούτε μένα.”


Παλιοί φίλοι απ' το πανεπιστήμιο, νέοι γνώριμοι από δω κι από κει. Όλοι τα ίδια. Το πρώτο πράγμα που θα σε ρωτήσουν μετά από τόσα χρόνια είναι για τη δουλειά σου. Ποιά δουλειά; Άαα, εννοείς τις μηχανικές κινήσεις που κάνω υπνωτισμένος τα πρωινά για να μη πεθάνω απ' την πείνα; Όποιον από αυτούς ξαναδώ και το πρώτο που θα με ρωτήσει θα είναι να του πω για κάτι που αγαπώ, θα του δώσω πρώτα ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα. Μετά θα του μιλήσω για τις μουσικές του Comelade, τους χάρτες και τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο που ονειρεύομαι σχεδόν κάθε μέρα πια. Αυτά τα δυο είναι τα χάπια που πίνω τελευταία, για να φεύγει η πίκρα απ' το ραδικόζουμο των συζητήσεων για minimum κόστος, maximum κέρδος, κολπάκια αγοράς και πωλητικές καπατσοσύνες.


Ξαναδιαβάζω το γράμμα. Είχα πολλά χρόνια να πάρω αληθινό γράμμα, γραμμένο στο χέρι, δωσμένο από χέρι, με όμορφους χαρακτήρες, να ξεκινάει λέγοντας: “Η αλήθεια είναι...”. Έσταξαν στα σεντόνια μου αυτές οι αλήθειες του και τα παθιασμένα λαθάκια του. Κι η αγάπη με τις μωβ λέξεις...Μα εμένα δε μου έμειναν λέξεις έπειτα...ούτε σκέψεις...τίποτα. Μόνο ενοχές που δεν μπορώ ακόμα να δικαιολογήσω, αλλά τις αισθάνομαι και κάτι με τραβάει σε μια αδρανή αποδοχή των πεπραγμένων, σε μια αδυναμία δράσης. Γίνομαι σαν τον “Ξένο” του Camus. Ας με χαστουκίσει κάποιος. Εγώ πάντως, πολύ θα ήθελα να χαστουκίζω τον εκνευριστικό “Ξένο” του Camus.


Μπαίνει ο Νοέμβρης, ελπίζω σε πιο κρύες μέρες και τρέχει το μυαλό μου πλάι στο τρένο που θα πάει από τη Μόσχα στο Βλαδιβοστόκ, που θα περάσει απ' τα Ουράλια όρη, από τη λίμνη Βαϊκάλη και τις στέππες της Ασίας. Προσπαθώ να βρω ένα άνοιγμα να πηδήξω μέσα. Αν τα καταφέρω κάποτε, το ρώσικο τσάι θα αχνίζει στις κούπες καθώς θα κοιτάμε έξω απ' το παράθυρο και τα τζάμια θα θολώνουν από ευτυχία. Θα παίζει συνεχώς το Russian Roulette.





Δευτέρα

Para teimosamente sangrada Morgana



Foi por vontade de Deus
Que eu vivo nesta ansiedade
Que todos os ais sao meus
Que e toda minha a saudade
Foi por vontade de Deus

Que estranha forma de vida
Tem este meu coracao
Vive de vida perdida
Quem lhe daria o condao
Que estranha forma de vida

Coracao independente
Coracao que nao comando
Vives perdido entre a gente
Teimosamente sangrando
Coracao independente

Eu nao te acompanho mais
Para deixa de bater
Se nao sabes onde vais
Porque teimas em correr
Eu nao te acompanho mais

My March in Vienna

Βιέννη Μάρτιος

Βροχή, καφέδες και τσιγάρα

Τρίτη

The Eurotrip like a flash of the blade

Τελικά όπως και να 'χει αυτό το καλοκαίρι ήταν διαφορετικό από το περσινό...


Το κατάλαβα όταν η Ηγουμενίτσα, κανονικός φάντης μπαστούνι, ξεπετάχτηκε, καθώς τα τρομακτικά βουνά - τα τελευταία πριν τα νερά της Αδριατικής - παραμέρισαν ιπποτικά αφήνοντας τη να λουστεί μπροστά στα μάτια μας σε ένα ολοζώντανο απογευματινό πορτοκαλί. Τα μεγάλα πλοία δεμένα στο μικρό της λιμάνι κι ο κόσμος μοιρασμένος σε σειρές να καταπίνεται σιγά σιγά από τις τεράστιες μπουκαπόρτες. Μεσήλικες Ευρωπαίες, κατάμαυρες πια, σαν καψαλισμένα κοτόπουλα και σχολικά γκρουπ Αμερικάνων που ακολουθούν τυφλά τα προγράμματα των ταξιδιωτικών γραφείων, χωρίς ούτε μια στιγμή να αναρωτηθούν σε ποιο σημείο του πλανήτη βρίσκονται και που διάολο οδηγεί όλη αυτή η τεράστια θάλασσα που απλώνεται μπρος στα ξυρισμένα πόδια τους. Μια κοντή μαυριδερή, βαμμένη ξανθιά στέκεται μπροστά μας. Έχει στο μπράτσο ένα τατουάζ από αυτά τα φτηνά, που τα κάνεις μόνος με βελόνα και μελάνι, με πόνο και πυρετό και μετά μοιάζεις με ναύτη σε γκαζάδικο. Ήταν πέντε κεφαλαία γράμματα σε κυριλλικό αλφάβητο: ҀЄНКА. Μικρά σημάδια από κάψιμο στην γυμνή κοιλιά και στο άλλο χέρι.

Μιλούσε με οικειότητα με το πλήρωμα που είχε βγει στην προβλήτα, με τους λιμενικούς, με τους κουμανταδόρους και τον Ίπαρχο, περιμένοντας, όπως κι εμείς, να μπει στο καράβι. Την ξαναείδαν ο Αλέν κι ο Διαιτητής πάνω στο κατάστρωμα μαζί με μια άλλη, σχεδόν ολόϊδιά της. Τους χαμογέλασε. Το συμπέρασμα ήταν στιγμιάιο και εύκολο. Οι δυο Βουλγάρες, η Cenka κι η φίλη της ήταν δυο από τις πουτάνες της Αδριατικής. Που αγοράζουν φτηνό εισητήριο καταστρώματος για Ancona και περνάν ξυπνητές όλη τη νύχτα ψάχνοντας για την ταρίφα τους. Πού και πού τις πλέυριζε κανένας ξελιγωμένος φορτηγατζής ή κανένας μοναχικός ταξιδιώτης. Εκείνο το βράδυ δεν τα πήγαν καθόλου καλά. Κάθονταν μέχρι αργά στο μπαρ χωρίς να το κουνήσουν από κει, χωρίς να τις πάρει κανένας στην καμπίνα του να τις πηδήξει βιαστικά και άγρια, να τις πληρώσει και να συνεχίσει το ταξίδι του. Μας έβλεπαν σαν τρυφερά φιλετάκια ανάμεσα στους κοιλαράδες και ιδρωμένους νταλικιέρηδες. Κάθε φορά που περνούσαμε από μπροστά τους τα χαμόγελα ήταν βασιλικά, τα βλέμματα καρφωμένα και με τις άκρες του ματιού πιάναμε κάτι ελάχιστα νοήματα των χεριών τους με τα τεράστια μανικιούρ. Μέχρι και μια ώρα πριν δέσουμε στην Ancona τις είδαμε να παλεύουν για ένα μεροκάματο, ή έστω μισό, με ένα βιαστικό τσιμπούκι στις τουαλέτες. Τίποτα. Κατέβηκαν από το καράβι γρήγορα γρήγορα. Πιθανόν η νύχτα στο λιμάνι να τις ήθελε ξεκούραστες για βραδυνή δουλειά της στεριάς πριν πάρουν το αυριανό για Ηγουμενίτσα.

Το βράδυ που πέρασε, οι άνεμοι της Αδριατικής είχαν κοιμηθεί ήσυχα μέχρι αργά το μεσημέρι κι έτσι το πλοίο μας κύλησε εύκολα και αφήνοντας ευθεία ουρά πανω στο γαλάζιο.

Το μεσημέρι έκαιγε την άσφαλτο των Ιταλικών autostrade, μεγάλες ουρές αυτοκινήτων έφευγαν προς τα βόρεια.
Όλα θύμιζαν ακόμα Ελλάδα και οι πλαγιές που ξάπλωναν πλάι μας, Χαλκιδική. Όταν η θάλασσα χάθηκε πια από τα μάτια μας το αυτοκίνητό μας έτρεχε προς την κεντρική Ιταλία. Σε δυόμιση ώρες επαρχία Emilia Romagna. Πόλη Bologna.

Ο Teo μας περίμενε στην οδό Marco Polo. Στο κέντρο της πόλης οι φοιτητές γύριζαν αμέριμνοι. I Due Torri. Οι δυο πύργοι που χτίστηκαν το μεσαίωνα, οι μόνοι από τους 180 που είχε τότε η πόλη, δέσποζαν. Ο ένας πανύψηλος κι επιβλητικός κι ο άλλος φτωχός κι άσχημος αδερφός του, μισοτελειωμένος και στραβός χωρίς κορυφή και τρομακτικές πολεμίστρες.

Η Bologna ήταν μια τεράστια πλατεία Ναυαρίνου. Punks, χίπηδες, φοιτητές, ζογκλέρ και χορευτές παντού. Οι Διαιτητής με τον Αλέν προσπαθούν να περιγράψουν στον Ιταλό barrista έναν espresso freddo. Τελικά τους φτιάχνει κάτι που πάει να μοιάζει μ' αυτό, αλλά σίγουρα όχι espresso freddo. Πού να ξερε ότι αυτές οι δυο Ιταλικές λέξεις που περιγράφουν αυτόν τον καφέ χρησιμοποιούνται μαζί μόνο στην πατρίδα της πατέντας, την Ελλάδα!
Μαζευόμαστε σε ένα άλλο μπαρ. Όλα τα μαγαζιά έχουν aperitivo.

Είχα να δω την Ειρήνη χρόνια. Είχε το ίδιο γλυκό χαμόγελο από τότε που ήμασταν μικρά και παίζαμε ποδόσφαιρο με μπάλες του μπάσκετ.
Μια τέλεια και ήρεμη βραδιά πέρασε στη Bologna. Κοιμηθήκαμε με τα βραδυνά τρένα να περνούν κουδουνίζοντας από τις φυλασσόμενες διαβάσεις, δίπλα απ' τη Via Zanardi και τα ανοιχτά παράθυρά μας.
Την επόμενη χαιρετίσαμε τον Teo. Ένα λάστιχο που έχανε αέρα πήγε να τεστάρει την ψυχραιμία μας. Εμείς βράχοι, θες από άγνοια, θες από την επιθυμία για άπειρα ακόμη χιλιόμετρα το ξαναγεμίσαμε και απλά το βγάλαμε απ' το μυαλό μας.

Tρέχουμε κοντά στη Modena. Δίπλα μας απλώνονται χιλιάδες στρέμματα με τα αμπέλια, που τα τρυγούν και φτιάχνουν το ξακουστό στον κόσμο Aceto Balsamico di Modena. Φτάνουμε στην επαρχία Lombardia, περνάει δίπλα η βιομηχανική Piacenza. Ξεκινάμε τις ανηφόρες και τις στροφές, εκεί κοντά που τελειώνει η Ιταλία. Ventimiglia απ' τη μια, Menton απ' την άλλη. Η πράσινη ρίγα στη σημαία γίνεται μπλε. Η προφορά κάπως πιο βελόυδινη.

Η Νίκαια απλώθηκε κατηφορίζοντας μέχρι τη θάλασσα. Ο κόσμος τριγυρνούσε στο κέντρο με τις πετσέτες στην πλάτη και πήγαινε με σαγιονάρες στην κυανή ακτή. Η παραλία γεμάτη.
Ένα τέλειο σκηνικό σαν ζωγραφιά πιτσιρίκου που θέλει να βάλει μέσα τα πάντα. Κόσμος άπειρος, θαλάσσια παιχνίδια, καράβια στ' ανοιχτα και στα δεξία το αεροδρόμιο Nice Cote d' Azur να στέλνει τα jet μια βόλτα πάνω απ' τα κεφάλια μας πριν κάνουν τη στροφή για όποιοδήποτε μέρος του πλανήτη.
Μια παρέα Γάλλων πιτσιρικάδων κάθεται λίγο πιο κει. Κόβουν ένα τεράστιο καρπούζι κι αφού πάρουν από ένα κομμάτι μοιράζουν σε όλες τις υπόλοιπες παρέες αγνώστων που κάθονται τριγύρω. Δίνει και σ'εμάς. Γυμνόστηθες λούζονται στον ήλιο.

Την επόμενη νύχτα παίρνουμε την παραλιακή οδό για το Monte Carlo. Βγαίνουμε ψηλά στους γκρεμούς. Η Κυανή Ακτή σκουραίνει τα νερά της στο σκοτάδι που φτάνει λίγο λίγο. Μένουν τα άσπρα φωτάκια από τις παραλιακές κατοικίες και τα γεμάτα ζωή πλοιάρια.

Η ταμπέλα έγραφε Monaco - Monte Carlo. Ο Διαιτητής οδηγεί μανιασμένα ακολουθώντας τη διάσημη διαδρομή! Μέσα στο τούνελ του circuit του Gran Prix του Monaco το Audi μας κυνηγάει μια κατακόκκινη Ιταλίδα. Μια κουκλάρα Ferrari που προχωράει με τουπέ μπροστά μας.

Μπορεί να νιώσεις ένα μηδενικο, ένα τίποτα, στο Monte Carlo. Βλέπεις στη μαρίνα τις θαλαμηγούς με τα πληρώματα και τους άνετους ιδιοκτήτες να αράζουν μπροστά στις τεράστιες plasma τηλεοράσεις τους. Βλέπεις άντρες παλιούς μεσήλικες και υποψήφιους υπερήλικες να συνοδεύουν τις γυναίκες των ονείρων σου. Καθώς ανεβαίναμε σχεδόν ιδρώνοντας την ανηφόρα για το Casino συμφωνήσαμε με τον Alain ότι οποιοσδήποτε από αυτούς τους πάμπλουτους ιδιοκτήτες δοκίμαζε να ανέβει μαζί μας ο ιδρώτας του θα ήταν ο ίδιος ή και περισσότερος και σίγουρα βρωμερός και γερασμένος και πολλοί από αυτούς ίσως να μην τα κατάφερναν καν. Μετά από λίγο ο Alain αποφάνθηκε: "Κανείς από αυτούς δε θα χρειαζόταν να ανέβει αυτή την ανηφόρα με τα πόδια...". Γαμώτο είχε τόσο δίκιο...

Αργότερα στο Casino του Monte Carlo, απ' τα πιο διάσημα στον κόσμο, περιμένουμε να βγάλουμε κάρτα εισόδου. Πίσω μου στέκεται μια πενηντάρα τόσο όμορφη που μπορεί άνετα να ξελογιάσει οποιονδήποτε άντρα, οποιασδήποτε ηλικίας. Τη συνοδεύει ένας στα χρόνια μου. Ίσως και λίγο μικρότερος. Ένας τέλειος τύπος, καλοντυμένος, όμορφος, μεσογειακός, με γωνίες στο πρόσωπο. Αυτή κάνει σαν κοριτσάκι. Τους κοιτάω πιο μετά με την άκρη του ματιού μου μπροστά στους κουλοχέρηδες. Φιλιούνται σαν έφηβοι, τα χέρια τους γράφουν χιλιόμετρα πάνω στα σώματά τους. Παίζουν χωρίς να κοιτάζουν την οθόνη, πατάνε κουμπιά στην τύχη, για πλάκα, μπορεί να κερδίζουν, μπορεί να χάνουν. Ποιός νοιάζεται; Σε λίγες ώρες τους περιμένει ένα τζακούζι κι μια νύχτα γεμάτη άγρια πηδήματα σε μια τέλεια σουίτα του Grand Hotel.

Πέσαμε για ύπνο σχετικά νωρίς. Το επόμενο πρωί αποχαιρετήσαμε τη Νίκαια και την Κυανή Ακτή φεύγοντας από τη δροσερή παραλιακή της. Περάσαμε κάτω από τους φοίνικες και βάλαμε lounge να παίζει στο CD. Η Μεσόγειος που εκτείνονταν Νότια το έπαιξε και καλά ότι ήταν ο Ειρηνικός κι η Κυριακάτικη Νίκαια την είδε Malibu.

Péage. Η πιο μισητή λέξη των Γαλλικών autoroutes. Διόδια. Πάντα διαλέγουμε την πιο αργή λωρίδα. Ας είναι. Όσο και να αργήσουμε το Montpellier θα είναι πάντα στη θέση του. Όπως και πριν από εφτά χρόνια. Η Place de la Comedie απαράλλαχτη, τα καφέ, οι αναρχικοί του, οι Μαροκινοί με τα doner. Η Place το βράδυ ήταν η πιο όμορφη κατάσταση που είδα σε όλο το ταξίδι. Υπαίθριοι χορευτές, καλλιτέχνες, ακροβάτες, cheerleaders χωρίς ομάδες, μπάντες που παίζουν λάτιν! Χρώμα, κόσμος, ήχοι και αρώματα. Καθόμαστε σε μια ταβέρνα, σε μια ανοιχτή πλατεία. Πίνουμε όση ώρα ένα κοχύλι στριφογυρίζει ,αναποφάσιστο σε ποιόν αριθμό θα καταλήξει η γραφή με μαρκαδόρο στο μέσα του. 6 ή 9;
Κάπου στο ξημέρωμα κάνουμε πλάκες με το Μαροκινό ντονερά.

Μένει το τελευταίο κομμάτι πριν τον τελικό προορισμό. 350 χιλιόμετρα πριν τη γη της Καταλανίας. Το Audi τα καταπίνει αδιαμαρτύρητα. Αριστερά υψώνονται τα Πυρηναία όρη. Autopistas.
España. Barcelona.
Το GPS μας οδηγεί εύκολα στην Torrent del Olla. Αφήνουμε τα περιττά και βγαίνουμε στους δρόμους. Απόγευμα. Collblanc, Estadio Camp Nou. Και να μην είσαι Barcelona στο ποδόσφαιρο γίνεσαι. Sagrada Famillia. Αν η ιδιοφυία του ανθρώπου Gaudi δημιουργεί τέτοια μεγαλεία για το Θεό του τότε ίσως αυτός ο Θεός να υπήρξε κάποτε. Δεν μπορεί αυτός ο άνθρωπος να λαθεύει έτσι έυκολα. Την επόμενη το πρωί μέσα κι έξω απ' την Pedrera ο Gaudi με κατατροπώνει ξανά. Σαν να στέκεται δίπλα στο αυτί μου και ξαφνικά να φωνάζει μέσα απ' τη γενειάδα του: "ΑΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΟ ΓΑΜΗΜΕΝΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ, ΣΒΗΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΟΥ ΗΞΕΡΕΣ! ΠΙΑΣΕ ΟΤΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ ΕΧΕΙΣ ΘΑΨΕΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝ'ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ, ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΦΙΓΟΥΡΑ! ΜΙΜΗΣΟΥ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΔΕ ΘΑ ΚΑΤΗΓΟΡΗΘΕΙΣ ΓΙΑ ΚΛΟΠΗ, ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΙΑΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ...".... δε φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσα να ερωτευτώ ένα κτίριο.



Ciutadella και Palau de Musica Catalana, με το άγαλμα του μαέστρου. Όταν το είδα η αλήθεια είναι ότι κάτι με ταρακούνησε. Ήταν μια φωτογραφία που είχα αγαπήσει κι είχα δει χιλιάδες φορές. Δυο παράλληλα σώματα, ένα αγαλματένιο κι ένα σάρκινο μέσα σε άσπρο φουστάνι, να δίνουν το μέτρο σε μια φανταστική ορχήστρα. Η μαέστρα λείπει από δίπλα του. Το αγνοώ επιδεικτικά λίγο αργότερα. Τα ταξίδια είναι για νέες στιγμές, όχι για αναμνήσεις.

Τη νύχτα στη La Rambla, τον πεζόδρομο του ενός χιλιομέτρου βλέπεις ότι μπορείς να φανταστείς. Η Βαρκελώνη είναι μια ακόμη πόλη που δίνεται στο χρήμα. Λουσάτη πουτάνα που γαμιέται με τον κάθε μαλάκα Βρετανό Αρχι-Τουρίστα που παέι εκεί να μεθύσει και να ξεράσει μέχρι θανάτου. Η La Rambla τα βράδια γίνεται η βρώμικη σχισμή του αιδοίου της.

Σε μια Ιρλανδική pub πάω να πάρω μπύρες απ' το μπαρ για τους φίλους μου. Τρεις Paulaner. Μεγάλες. Δίπλα μου κάθεται μια κούκλα αληθινή
, μαζι με μια άλλη κοπέλα κι έναν άντρα. Σίγουρα όχι Ισπανίδα. Κοντά στα τριανταπέντε, με κατάμαυρα μαλλιά, καταγάλανα μάτια, ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Χαμογελάμε ισχνά. Ύστερα καθόμαστε κι εμείς στο μπαρ, αλλά μακριά τους. Πρόσωπο με πρόσωπο ωστόσο. Τα μάτια μου δεν ξεκολλάν από πάνω της. Αυτή, σαν κυρία που δείχνει, κοιτάει λίγο και διακριτικά. Δεν αφήνει περιθώρια να ελπίζεις. Της φέρνουν ένα ακόμη ποτήρι γεμάτο με κρασί. Πίνει μια, δυο γουλιές. Τις βλέπω να τα μαζεύουν σιγά σιγά. Παίρνουν τσάντες και εσάρπες. Και τότε η τύπισσα με μια της κίνηση κατατροπώνει όλους τους αντρικούς χαζοϊπποτισμούς που διέπραξε το φύλο μου στους αιώνες προκειμένου να κατακτήση μια δεσποσύνη. Όπως είναι έτοιμη να φύγει κρατάει απ' την κολόνα το σχεδόν γεμάτο ποτήρι της κι έρχεται δίπλα μου. Προφέρει ένα τέλειο "Cheers", αφήνει το κρασί της δίπλα στη μπύρα μου, μου χαϊδεύει αισθησιακά και απαλά το μπράτσο και αποχωρεί απ' την pub αφήνοντας το Διαιτητή, τον Alain κι εμένα, σύξυλους με τρεις Paulaner στο χέρι, να περνάμε ένα μεγάλο κομμάτι εκείνης της νύχτας αναλύοντας σα μαλάκες την υπέροχη κίνησή της. Γεύτηκα με χαρά μια γουλιά απ' το κόκκινο κρασί της, απ τη μεριά που ήπιε κι αυτή, αφήνοντας πάνω στο χείλος ένα ελάχιστο αποτύπωμα των χειλιών της. Έτσι για το χαίρω πολύ.

Ο ταξιτζής μας ανεβάζει στη Gracia. Έξω από ένα μικρό εστιατόριο έχει μερικές κάμερες και λίγο κόσμο να τραβάει φανατισμένα βίντεο με τα κινητά. Τον ρωτάω τι συμβαίνει. Χαλαρός απαντάει: "Δεν είναι τίποτα, είναι μέσα ο Tom Waits, έπαιζε απόψε εδώ και πάντα δειπνεί σ' αυτό το εστιατόριο." Απλά αρνούμαι να το πιστέψω. Το βούλωσα, ντράπηκα να πω να σταματήσουμε, για το δούλεμα των άλλων δυο. Τελικά κατάφερα να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν ο αποχαιρετιστήριος κύριος Ronaldinho λίγο πριν αφήσει τη Βαρκελώνη για το Μιλάνο.

Πήραμε τρία ποδήλατα κι ανεβήκαμε στο λόφο του Montjuis. Από 'κει δίπλα στο Ολυμπιακό Πάρκο το λιμάνι της Βαρκελώνης με τα χιλιάδες containers θύμιζε Σαγκάη. Το El Prat λίγο πιο κει δεν προλάβαινε τις πτήσεις του. Η νότια πλευρά της πόλης, πίσω απ' το λόφο είναι τεράστια. Εκεί φαίνεται ότι ακόμα δεν έχει χτυπηθεί απ' τον τουρισμό. Εκεί η καθημερινότητα κυλάει ακόμα στους δρόμους όπως παλιά. Κρίμα που δεν αξιωθήκαμε να τη δούμε έστω και για λίγο.

Η Ellen, η Anne κι η Ragnhild είναι καλή παρέα για το βράδυ. Και οι τρεις διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά τυπικές Σκανδιναβές, που ακολουθούν αυστηρό ωράριο ύπνου γιατί το πρωί πηγαίνουν για τρέξιμο και μετα για μπάνιο - topless πάντα - στη Barceloneta. Το Bar Schilling μοιάζει με Αργεντίνικο καφέ. Είναι σκοτεινό, έχει στους τοίχους την κάβα του με τα εκατονάδες κρασιά. Περίεργο. Μέσα οι περισσότεροι ντόπιοι. Ευτυχώς οι πιτσιρικάδες τουρίστες ξενερώνουν με τέτοια μέρη και τρέχουν στα κωλάδικα για free shots. Το αναίτιο και συνεχές γέλιο της Anne με κουράζει. Στρέφω το βλέμμα στο μαγαζί. Κοιτάω τους θαμώνες. Η Ellen το 'χει καταλάβει και με ρωτάει διακριτικά αν βαρέθηκα. Το κρύβω άτεχνα και προσπαθώ να επανενταχθώ. Το ελαφρώς μεθυσμένο βλέμμα του Alain, τα γλυκούτσικα χαμόγελά του κι οι βλακείες που με προκαλεί να κάνουμε με ξαναβάζουν αμέσως στο κλίμα.

Το τελευταίο πρωί στη Βαρκελώνη πριν την αποχαιρετήσουμε μας ήθελε να σηκωνόμαστε αργά απ' το κρεβάτι. Ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ τι κάναμε. Νομίζω απλές βόλτες και ψώνια. Το απόγευμα πίσω απ' το Park Guel υπάρχει μια κατάληψη αναρχικών σε ένα σπίτι ψηλά στο λόφο, που βλέπει όλη την πόλη κι όμως χρειάζεται αέρα. Έχουν σηκώσει τη δική τους σημαία: "Tourist Go Home, I Νeed Αir"...

Έπρεπε όλα να είναι έτοιμα για την επιστροφή. Να ξαναοργανωθούμε, να ετοιμάσουμε το παρατημένο για τις μέρες της Βαρκελώνης αυτοκίνητο, να του αλλάξουμε λάστιχο, να καθαρίσουμε το μικρό ψυγειάκι για τα νερά και τους χυμούς και να μην ξεχάσουμε να κρατήσουμε ενθύμιο την απλήρωτη κλήση για παρκάρισμα, δωράκι απ' το Δήμο της πόλης. Παρασκευή πρωί χαιρετήσαμε τις φίλες απ' τη Σκανδιναβία, πήραμε και τον Αντρέα που είχε έρθει καθυστερημένος - όπως πάντα - απ' τη Βαλένθια και ξεκινήσαμε να ταξιδέψουμε πάνω σε 1200 χιλιόμετρα μέχρι τη Bologna που θα μας φιλοξενούσε ακόμα ένα βράδυ. Όσο εύκολος και εκνευριστικά βολικός ήταν ο πηγαιμός, τόσο στραβός κι ανάποδος αποδείχτηκε ο γυρισμός. Κάπου στη Γαλλία η μοναδική γυναικεία φωνή που είχαμε στο αυτοκίνητο, αυτή του GPS - που άλλες φορές της μιλούσαμε σαν τη γυναίκα της ζωής μας κι άλλες σαν το πιο βρωμερό τσουλάκι που γνώρισε ο κόσμος αυτός - σα να μην ήθελε λοιπόν την επιστροφή μας, μας έκανε να παραστρατήσουμε προς το Βορρά. Ευτυχώς ήμασταν μόνο πενήντα χιλιόμετρα εκτός πορείας όταν ανακαλύψαμε τη ζαβολιά της. Φτάσαμε μέχρι την κουκλίστικη Orange, με το παλιό κάστρο και τα φεστιβάλ της εποχής. Επιστρέψαμε στον αυτοκινητόδρομο Α8. Ένα τροχαίο έκανε τις τρεις λωρίδες του δρόμου να φρακάρουν εντελώς. Χάσαμε άλλα σαρανταπέντε λεπτά. Έπειτα κυλήσαμε στη Γαλλική άσφαλτο ανεμπόδιστα, αν εξαιρέσεις την επικίνδυνη και βλακώδη οδήγηση των Γάλλων. Ο Διαιτητής οδήγησε 9 ώρες. Είχε οδηγήσει όλη τη διαδρομή από την Κοζάνη μέχρι εδώ. Ο τρόπος που οδηγάει άλλαξε. Έγινε σαφώς ωριμότερος, προέβλεπε καλύτερα τους άλλους, πιο μαλακός. Βαφτίζω, αυθόρμητα και από μέσα μου, την υπέροχη πια οδήγησή του: "Asphalt Tango". Όταν ήρθε η ώρα να τον αλλάξω ήταν στα Ιταλικά σύνορα, δυο τζιτζιφρίγκοι, δυο βγαλμένοι από ταινία συνοριακοί, με πράσινα κοστουμάκια και πηλίκια a sortie,με ένα απο εκείνα τα σηματάκια που κρατάν οι σταθμάρχες των τρένων μας έκαναν νόημα να σταματήσουμε.
- Ciao, documenti per favore.
- Άσε θα μιλήσω εγώ. Di tutti?
- Siii di tutti.
Τους τα δώσαμε. Μας ζήτησαν να ανοίξουμε το πορτ μπαγκάζ. Βγήκαμε έξω με το Διαιτητή. Ο ένας, με το περιποιημένο αλα Μανώλης Χιώτης μουστακάκι του είδε το διάβολο να σπάει το ποδάρι του. Πρόσεξε τη μπλούζα μου που είχε πάνω ένα μικρό, ένα τόσο δα σηματάκι της Marijuana.
- Tu piacce fumare la marijuana? Hai marijuana nella machina?
Όχι ρε μαλάκα.......Άντε να εξηγήσω με τα λίγα Ιταλικά μου ότι τη μπλούζα αυτή μου την έφερε πριν από χρόνια η μάνα μου κι ότι είναι μια απλή, χαζή τουριστική μπλούζα. Άντε και του εξήγησα. Ήδη αδειάζαμε τις βαλίτσες, ήδη έψαχναν ανοίγματα στις ταπετσαρίες κι εξέταζαν προσεκτικά τον καπνό, τα πορτοφόλια, τα αρωματικά του αυτοκινήτου, τις τουρούτες που πουλούσε ο Αντρέας και την κιθάρα που κουβαλούσε μαζί του. Χάσαμε άλλο ένα μισάωρο. Κάπου στη Genova το GPS τα έπαιξε τελείως. Πίστευε ότι ήμασταν στη Ρώμη και μας έδειχνε βορινή πορεία και τραγουδούσε Ιταλιάνικες καντάδες. Την κλείσαμε, αφού τη βρίσαμε πρώτα. Έτσι κι αλλιώς δε τη χρειαζόμασταν πια. Οι autostrade είναι τυφλοσούρτης. Κάπου μετά την Piacenza πέσαμε και σ'άλλο μποτιλιάρισμα. Κι άλλος χαμένος χρόνος...

Φτάσαμε στην Piazza Maggiore στις 2 το βράδυ. Τέσσερις ώρες αργότερα απ' ότι είχαμε προγραμματίσει. Στη μοναδική pizzeria που είχε μείνει ανοιχτή και ήταν πίτα από κόσμο μας περίμενε η Laura Saija με την αδερφή της. Ο Διαιτητής κι ο Αλέν έφαγαν από τέσσερα κομμάτια και έφυγαν για το σπίτι του Teo στη via Zanardi. Με τον Αντρέα θα μέναμε στης Laura. Μας έδωσε οδηγίες. Διανύσαμε χιλια διακόσια χιλιόμετρα μέχρι τη Bologna. Όμως τα τρισήμισυ που περπατήσαμε για να βρούμε τη via del Partigiano και το σπίτι των αδερφών Saija ήταν τα πιο ζόρικα. Οι Σικελές ωστόσο μας φέρθηκαν όπως θα φέρονταν δυο πραγματικές κυρίες. Μας είχαν ετοιμάσει τις πετσετούλες μας για το μπάνιο, μας είχαν στρώσει πάνω σε ένα ωραιτότατο στρώμα, όλα στην εντέλεια. Το πρωί μας ετοίμασαν espresso με κουλουράκια απ' τη Messina. H Laura είναι απλά υπέροχη. Με τις ατέλειες μιας τέλειας, μιας υπαρκτής γυναίκας, που στίβει καθημερινά τις στιγμές, που πατάει στα πόδια της, που έχει τη γοητεία που επιθυμεί χωρίς να τη βιάζει, που κοιτάει στα μάτια και καταλαβαίνεις ότι κοιτάει στα μάτια. Μοιάζει με εκείνες τις παθιασμένες, απατημένες απ' τον άντρα τους Σιτσιλιάνες που σπάζουν όλα τα πράματα του σπιτιού πάνω του, με οργή και στιγμιαίο μίσος, αλλά αρκεί ένα γράπωμα από αυτόν, η αστραπιαία αντρική παλάμη του στο υγρό μουνί τους για να τις κάνει να γλυκάνουν θυμώμενα ακόμη και να του παραδωθούν χτυπώντας τον την ώρα που φτάνουν στην καλύτερή τους στιγμή. Μιλάμε συνέχεια. Μου κάνει complimenti για τα Ιταλικά μου. Εντάξει, δεν την πιστεύω. Χαιρετιόμαστε με αγκαλιά και σταυρωτό φιλί. Πώς γίνεται την πιο τέλεια γυναίκα του ταξιδιού να τη γνωρίζεις την τελευταία νύχτα. Ας πει όποιος ξέρει.

Εγώ θα σας πω μόνο το τέλος της ιστορίας. Έπρεπε απλά να είμαστε στην Ancona στις τέσσερις. Δηλαδή να φύγουμε απ' τη Bologna τουλάχιστο στη μία. Ο Teo δεν προνόησε να μας πει ότι πιάνει κίνηση η autostrada για νότια. Ο Alain ήθελε να πιει καφέ. Κι έτσι φύγαμε αργά. Στο δρόμο ήμασταν σίγουροι ότι δεν προλαβαίνουμε το καράβι. Ο Διαιτητής έκανε ότι μπορούσε. Μέχρι που πέρασε τρέχοντας πάνω στη βοηθητική λωρίδα κάνοντας τους άλλους οδηγούς να μας κοιτάν σαν εξωγήινους. Κάναμε όπισθεν σε κόκκινα φανάρια και μερικές προσπεράσεις θανάτου. Τέσσερις παρά πέντε φτάσαμε στον καταπέλτη του πλοίου. Οι Ιταλοί κουμανταδόροι φώναζαν σε σπαστά Ελληνικά: "Grigora grigora, den echoume chrono...!".

Μπήκαμε προτελευταίοι. Ο Ίπαρχος τσίριζε, οι μούτσοι έτρεχαν, μηχανές έσβηναν, το πλοίο ανέβαζε στροφές, τα βρώμικα νερά του λιμανιού της Ancona γέμιζαν στόβιλους απ' τις τεράστιες προπέλες του "Olympic Champion". Μέσα στο χαμό, ενστικτωδώς βιαστήκαμε να κλείδώσουμ το αυτοκίνητο και να φύγουμε από κει μέσα. Πήραμε sleeping bags και τσάντες και ανεβήκαμε στα πάνω decks. Το απόγευμα κύλησε έυκολα. Γύρισε κι ένας μπάφος με τις Φλωρεντίνες τουρίστριες Letitia και Estir. Νύχτωνε.
Η Αδριατική κατάπινε ανελέητα τον τελευταίο ήλιο του ταξιδιού. Οι φορτηγατζήδες έκαναν τα συνηθισμένα τους πηγαδάκια στο μπαρ. Είναι πολλοί. Τους βλέπεις να κατεβάζουν μπύρες και τους ακούς από μακριά να συζητάνε για σίδερα, λάδια μηχανής, καύσιμα, δρόμους και συμβάντα. Για εμάς το καράβι είναι εμπειρία, γι' αυτούς ρουτίνα εβδομάδας ίσως και λιγότερο.

Ο Διαιτητής κοιμόταν από νωρίς στη μια άκρη του ανοιχτού υπνόσακου. Μαζί με άλλους σαράντα ταξιδιώτες, σε μια σάλα, πάνω σε μια μοκέτα, μέσα σε μυρωδιές ιδρώτα, αλουσιάς και πλήθους. Εκεί μέσα έμοιαζαν με μετανάστες που άφηναν την Κούβα, καθώς ανοίξαν τα λιμάνια,πλέοντας προς το Αμερικάνικο όνειρο. Κατέβηκα να πέσω δίπλα του. Ξύπνησε με κάτι μούτρα σα σκατά απ' τον ύπνο, μισός κόκκινος, μισός τσαλαπατημένος απ' τη νύστα και με ρώτησε:
- Ρε μαεαφλάυκβα έρτγβμγμλρσες το ψυγβταείο απ' τρβεην μαπερίρωζα;
Άρχισα να γελάω. Παραμιλάει ο ηλίθιος, σκέφτηκα. Όμως αυτός, ως συνήθως, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε:
- Ρε μα-λά-κα, έ-βγα-λες το ψυ-γεί-ο απ' τη μπρί-ζα; συλλάβισε.
Αργότερα έμαθα πως από μέσα του παρακαλούσε να πω "ναι ρε την έβγαλα".
Δεν ήμουν σίγουρος. Πήγα στη ρεσεψιόν. Ήταν μια το βράδυ. Είχαν τελειώσει τα περίπολα στα γκαράζ.
- Κοιτάξτε, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να έχει τελειώσει η μπαταρία και το αμάξι κατεβαίνει πρώτο αύριο στην Ηγουμενίτσα. Μπορεί να έχετε πρόβλημα, να καθυστερήσει όλο το καράβι...
Βρήκα έναν ξεχασμένο φύλακα. Καλό ανθρωπάκι, παρά το ότι είχε τελειώσει η βάρδια του πρόθυμα κατέβηκε μαζί μου κάτω.

Ζέστη. Τα βαριά πιστόνια του πλοίου καλύπτουν όλους τους ήχους. Μόνο μερικοί κινητήρες των φορτηγών ψυγείων ξεχωρίζουν κάπως, καθώς δουλεύουν στο ρελαντί για να μη ζεσταθούν τα τρόφιμα που κουβαλούν. Μα το δικό μας ψυγειάκι δε δουλεύει πια. Είναι στη μπρίζα αλλά έχει εξαντλήσει τη μπαταρία. Μπαίνω μέσα. Κι η μίζα νεκρή. Ανεβαίνω. Ο Διαιτητής βλέπει να κάνω νόημα στον Alain ότι δεν έχουμε μπαταρία. Τον κοιτάω και μας πιάνει νευρικό γέλιο. Με κόπο καταφέρνουμε να μην ξυπνήσουμε τους υπόλοιπους.

Το πρωί σπρώξαμε εύκολα το Audi έξω. Ευτυχώς είχαμε αργήσει να φτάσουμε στο καράβι την προηγούμενη και ήμασταν δίπλα στην έξοδο. Γιατί αν φτάναμε στην ώρα μας και μπαίναμε σε κάποιο χαμηλό deck τότε τα πράματα θα ήταν πραγματικά ζόρικα. Βέβαια αν φτάναμε στην ώρα μας δε είχαμε λόγο να βιώσουμε αυτόν τον πανικό, τη βιασύνη κι έτσι να ξεχάσουμε το ψυγείο στη μπρίζα. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι αφήσαμε το λιμάνι την ώρα που το άφηνε και ο "Ολυμπιονίκης", αλλά αυτός ακολούθησε τη θαλάσσια οδό.

Φτάσαμε στην Κοζάνη σε λίγες ώρες. Το βράδυ ο Alain κι εγώ στη Θεσσαλονίκη. Η κατεβασιά απ' τα τούνελ της Βέροιας προς τον κάμπο, τόσο γνώριμη... Ήταν σα να λείψαμε καιρό κι ήταν σα να πήγαμε απλά για έναν καφέ στο Διαιτητή, barrista του Gallery στην Κοζάνη. Πώς να χωνέψω ότι πήραμε τον ίδιο δρόμο που παίρνουμε εδώ και χρόνια για την αγαπημένη σουρδόπολη για να φτάσουμε στη γη της Καταλανίας; Θα φαινόταν λές ειρωνικό στο γέρο βενζινά στη Λευκόβρυση που μας γέμισε το ρεζερβουάρ, αν μας ρωτούσε που πάμε και του απαντούσαμε "Βαρκελώνη"; Δεν ξέρω. Ίσως είναι όλες αυτές οι σκέψεις του χώρου και του χρόνου που με κυκλώνουν στις μεγάλες αλλαγές. Στις καταιγίδες εικόνων και στιγμών και τόπων. Ίσως δε θα πρεπε να τα γράφω όλα αυτά. Καλύτερα να τα κάνω εικόνες και μουσική. Μπορεί το ταξίδι να το περιέγραφα καλύτερα παρακάτω:






Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο
και θα'ναι πιο όμορφα κι από ένα όνειρο...



Κυριακή

Half Moon

16/8

ΑΠόψε εΊχε έκλειΨη ΣελήΝης...

Το φεΓγάρι ωστΌσο ανΤί να καθίΣει φρόνιμΑ Να κρυΦτεί προΤίμΗσε να αρΧίΣει τα παιχνιΔάκια...






"καλά το λεν για το φεγγάρι
πως τις διαλέγει τις γωνιές στον ουρανό..."

Τρίτη

<< Rewind ΙV




Praha

Οι καμπάνες του καθεδρικού του St.Vitus χτύπησαν όπως κάθε μέρα. Πόσα χρόνια μακριά βρίσκεται εκείνο το πρωί, που ο ταξιτζής μ' άφησε έξω απ' το παλιό μοναστήρι του; Τότε η ώρα ήταν εφτά παρά είκοσι κι εμείς τέσσερις. Οι δυο σκοποί του μοναστηριού, ένας ζωγράφος που είχε στήσει τον καμβά του γύρω στα πενήντα μέτρα από την περίφραξη γιατί χρειαζόταν άδεια την πλατεία κι εγώ. Κι ύστερα κατεβαίνοντας τα ατελείωτα σκαλιά, ανάμεσα από κλειστά ακόμη παντζούρια και κάτω από χτεσινές μπουγάδες Τσέχων νοικοκυρών έφτασα πάνω από το Μολδάβα, που εκεί τον φωνάζουν Elba, περπατώντας αργά αργά τη γέφυρα του Καρόλου. Η Πράγα ερημωμένη, είναι τόσο όμορφη, τόσο εύκολη, σαν ακριβή γυναίκα που ενώ απλώνει τα γυμνά πόδια της πάνω σου με την πρώτη, παραμένει κυρία πρώτης τάξεως με προσωπικότητα και στυλ. Μετά τις δέκα όμως που ανοίγουν τα μαγαζιά και τα μουσεία αρχίζει ο καθημερινός βιασμός της από τα χιλιάδες γκρουπ με τα σημαιάκια και τους τσιτσερόνους, να βγάζουν για πνευματική βοσκή τα κοπάδια των ταξιδιωτών και να τους καθοδηγούν με ασύρματες πια μεθόδους.


Μετράω πως έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε και είναι πάλι πρωί, μέσα σε ένα μικρό λεωφορείο γεμάτο μουσικούς, αυτή τη φορά, που έρχεται από το αεροδρόμιο. Η πόλη πάλι αγουροξυπνημένη αλλά χωρίς καινούριες ρυτίδες και γκρίζα μαλλιά κι ας πέρασε ένα διάολο ζόρια με τις πλημμύρες που την έπνιξαν. Τραβάω αχόρταγα με την
κάμερά μου κάθε στιγμή. Θέλω να νιώσω τα πάντα, μέχρι να πέσω νεκρός από ζωή και εικόνες καθώς το αεροπλάνο θα απογειώνεται ξανά για Θεσσαλονίκη...

...και τώρα είναι νύχτα και τη στιγμή αυτή είμαι όρθιος, γυμνός, μπροστά στο τεράστιο και με μαζεμένες κουρτίνες παράθυρο του δωματίου 319 του ξενοδοχείου Intercontinental της Πράγας και με κενή σκέψη κοιτάω τον ήσυχο δρόμο. Αν περάσει κανείς θα με δει. Χρειάζομαι μια-δυο στιγμές ησυχίας, μήπως προλάβω και συμμαζέψω τη σκέψη μου. Το μυαλό στήνει ένα φλας μπακ που παίζει σε γραμμόφωνο, σαρανταπέντε στροφές το λεπτό...

"Η βόλτα ήταν τεράστια, τα πόδια σχεδόν πιασμένα, στο ξενοδοχείο κόσμος έμπαινε κι έβγαινε. Χυθήκαμε στους καναπέδες του πεντάστερου lobby και περιμέναμε καρτερικά για δωμάτιο και μεσημεριανό. Τότε συνέβη κάτι σα σκηνή από ταινία του Wai , σαν περιγραφή του Manuel Scorza! Φύσηξε ένα αεράκι καλοκαιρινό που αχρήστευσε με μιας τα air condition, μαρμάρωσε τους φουριόζους υπαλλήλους της reception, αποσυντόνισε το barman και έκανε τα γκαρσόνια να σκοντάφτουν το ένα πάνω στο άλλο παλεύοντας να κρατήσουν τους capuccino πάνω στους δίσκους. H Νicole Ella Johanne περπάτησε τόσο ελαφριά, σχεδόν χωρίς να πατάει στη βελούδινη μοκέτα, ανάμεσα στο ακίνητο πλήθος των πελατών και μετά από δίπλα μας. Γυρίσαμε τα κεφάλια αργά, όλοι μαζί, στο ρυθμό που έδινε το σώμα της, καθώς τα βήματά της στόλιζαν απ' την αρχή την ακριβή αίθουσα. Μια τέλεια συντονισμένη παράλληλη στροφή, σαν ηλιοτρόπια που ακολουθούν σε άψογο σχηματισμό το λατρεμένο φως τους και σαν έμπειροι στρατιώτες σε παρέλαση δέους μπροστά από τον ανώτερο των στρατηγών.

Κι έφτασε ένα βράδυ πλάι στο ποτάμι, εμείς μαζεμένοι σε γιορτινό τραπέζι εστιατορίου κι εκείνη να γυρίζει παντού μιλώντας με όλους τους καλεσμένους, στη μέλλουσα νύφη φίλη της και συχνά να κάθεται μόνη πάνω στο τοιχάκι που χωρίζει το μπαλκόνι με την όχθη κι ο Elba να την ερωτεύεται αμέσως και σαν παλιός και έμπειρος κατακτητής να κάνει τάχα πως ριγεί τρεμοπαίζοντας γλυκά τα ανακλώμενα φώτα της πόλης στα νυχτιάτικα νερά του, προσπαθώντας έτσι να τη μαγέψει. Πώς να τον νικήσεις τον ποταμό της Πράγας; Τέτοιον χειραγωγό που στους αιώνες έχει σαγηνέψει εύκολα χιλιάδες γυναίκες. Που άλλες τις έχει κάνει να ξεψυχήσουν στο βυθό του και που ανάγκασε ζευγάρια να πουν αντίο στις γέφυρές του καταπίνοντας αγαπημένα αντικείμενα σκοτωμένων ερώτων. Η ήττα μου ήταν απλά προδιαγεγραμμένη. Όμως η Nicole είχε σφηνώσει στο μυαλό μου και το βλέμμα μου, που έδειχνε συνεχή ανυπακοή στις προσταγές μου, όλο και την τριγύριζε παίζοντας βραδιάτικα με τη φωτιά. Κι όταν τελικά τα μάτια της μάγισσας συνάντησαν κατά λάθος τα δικά μου, ένα ζαβολιάρικο χαμόγελο, που από ανωριμότητα αγνόησε τον κίνδυνο, ξέφυγε της προσοχής μου και αστραπιαία, εξερράγη προκλητικά πάνω της και γύρισε αμέσως πίσω γυναικείο, μαργαριταρένιο κι αιθέριο. Τότε ο ποταμός, μην πιστεύοντας αυτό που συμβαίνει, σταμάτησε να ρέει κι απ' το θυμό του έστειλε ένα αφρισμένο κύμα πάνω στα πόδια της γέφυρας του Καρόλου που έκανε τα αγάλματα της καινής διαθήκης να ταρακουνηθούν, για τη χάρη μιας παραμυθένιας γυναίκας που απόψε ίσως και λίγο ηθελημένα, έπαιξε κάπως με τους φυσικούς νόμους.
Στιγμές αργότερα την είδα να φοράει μια μικρή ζακέτα, αφήνοντας το εστιατόριο, να περνάει από δίπλα μας και κοιτώντας με να ξαναχαμογελάει γλυκά και να προφέρει: "See you tomorrow...". Στο τραπέζι έπεσε σιωπή. Μερικά πηρούνια έμειναν καρφωμένα στις σαλάτες, το κρασί κόλλησε μέσα στους ουρανίσκους και μόνο μετά από αρκετή ώρα βρέθηκε κάποιος να πει μια κουβέντα. Ο Elba,
νικημένος βασιλιάς και παλιοεγωίσταρος, έκανε πως απαξιεί και συνέχισε το συνηθισμένο δρομολόγιό του, να ξεσπάσει τον αποψινό θυμό του πάνω σε καμιά μελλοθάνατη πόρνη του λιμανιού του Αμβούργου...

Το επόμενο μεσημέρι, όταν πια ο Θεός έκανε πως ένωσε άλλους δυο με τα ιερά δήθεν δεσμά του γάμου, το Chateau του Dobris βρεχόταν από ένα ψιχάλισμα, που επιβεβαίωνε το τέλος του Αυγούστου και καλωσόριζε την επόμενη εποχή. Όλοι είχαν μαζευτεί γύρω από το ασπρόμαυρο ζευγάρι και τα φλας, συνεχόμενα και δυνατά υποκαθιστούσαν όμορφα τις αστραπές που θα συμπλήρωναν κανονικά το φθινοπωρινό σκηνικό. Φωτογράφιζε κι αυτή δίπλα μου. Είχε μια νευρικότητα τόσο εμφανή σε μένα, αλλά και τόσο έμπειρα συγκαλυμμένη κι όλο το μάτι της έστελνε την κόρη του σε αποστολή στις άκρες του για να κατασκοπεύσει. Αυτή την ικανότητα, του να ανιχνεύω τέτοιες κινήσεις την είχα φυσικό χάρισμα από πάντα. Όμως ήταν τέτοια η παρουσία της που με έκανε να αμφισβητώ κάθε ένστικτο που μου έδειχνε το ενδιαφέρον της. Μόνο όταν πλησίασε την ορχήστρα δήθεν να πιάσει κουβέντα αποκαλύφθηκαν όλα και χύθηκα για την κατάκτησή της.

- Soooo...you are the musicians...

- Yes, but you didn't tell us your name.

- I'm Nicole.

- From Prague?

- Noοο, from Beirut!
- Strange period for living in Lebanon!
- Indeed, will you dance with me?
Με τράβηξε από το χέρι πριν προλάβω να πω "ναι".
Με το πρώτο λίκνισμα έφερε τα χείλη της στο αυτί μου και ψιθύρισε: "Tonight you are my playboy...". Μετά από λίγα λεπτά,, στη σάλα χορού του Chateau ρυθμού Rococco της κωμόπολης Dobris, χτισμένου το 1743, βρέθηκα τελικά να εκπληρώνω ανεπιτυχώς τον αρχικό σκοπό του ταξιδιού μου, αφήνοντάς τον τελείως στη μοίρα του. Να παίζω, σαν να μην παίζω, ένα παίξιμο ελεύθερο, μηχανικό, που έμοιαζε περισσότερο με σπάσιμο πέτρας σε κάτεργο παρά μουσική. Στο διάλειμμα, πέρασα από δίπλα της και έσυρα αργά και κρυφά το χέρι γύρω απ' τη μέση της και αμέσως χαθήκαμε, μιλώντας για ώρες στους πίσω κήπους του κάστρου και για μια στιγμή κρατηθήκαμε σφιχτά, με αδηφάγα φιλιά που μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου εναλλάσσονταν από σταγόνες υδρομέλι σε βαμπιρίστικα δαγκώματα και ξεσκίζοντας με τα χέρια μας την περιποιημένη εικόνα που έχτισε ο καθένας μπρος στην επισημότητα του γεγονότος που μας σύστησε. Γυρίσαμε στην αίθουσα διαλυμένοι και ξαναφτιαγμένοι όπως όπως. Κάποιοι κατάλαβαν. Κάποιοι άλλοι με κοίταξαν με φθόνο. Πώς είναι δυνατόν ένας ασήμαντος μουσικάντης να κερδίζει το αντικείμενο που απόψε πόθησαν πετυχημένοι γιατροί, δικηγόροι και χρηματιστές;
Όσο έμειναν να αναρωτιούνται, εμείς είχαμε εξαφανιστεί και βρεθήκαμε στιγμιαία, με ένα ξόρκι της, μέσα στο δωμάτιο 319, χωρίς τα ρούχα μας, σε τέλεια σωματική επαφή, κομμάτια του ίδιου παζλ που από λάθος είχαν χαθεί κάπου στην υδρόγειο και ξαναβρέθηκαν πάλι από λάθος στην Πράγα, με βαθιές νυχιές που έσκιζαν τη σάρκα, με σφιξίματα που έκοβαν το αίμα και ανάσες θανατερές, κοφτερά σπαθιά που διαπερνούσαν τα μέσα μας..."

Όσο κοιμόταν ντύθηκα κι άφησα το δωμάτιο 319. Το επόμενο πρωί θα ένοιωθα βαθιά το μίσος των καλεσμένων και των καμαρότων που έβγαιναν από την κύρια είσοδο του Intercontinental, καθώς η Nicole Ella κι εγώ φιλιόμασταν μπροστά τους, με εφηβική επιδεικτικότητα και πάθος για τελευταία μας φορά. Καιρό αργότερα, όσες στιγμές ήρθαν για να με φοβερίσουν, μπροστά σε θανάτους και απώλειες προσώπων τις έδιωξα με εκείνο το μαγικό φίλτρο που μου έδωσε ίσως άθελά της σε μια ανύποπτη στιγμή, καθώς ήμασταν λιωμένοι σε εκείνο το κρεβάτι. Κι εκείνο έλεγε:

"There is no death, we all fly to love..."



Δευτέρα

<< Rewind III




Ljubljana

Έπρεπε να αφήσω κάτω τις βαλίτσες για να ανοίξω τη βαριά πόρτα που οδηγεί στις σκάλες για τα μικρά κελιά της Celica. Το μέρος αυτό ήταν παλιά στρατιωτική φυλακή, τον καιρό του εμφυλίου, που τα Βαλκάνια διαιρούνταν συνεχώς. Βρισκόταν πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης και είχε φιλοξενήσει πολλούς από τους σημερινούς πολιτικούς της Σλοβενίας. Τώρα, στον καιρό της ανάπτυξης, που η χώρα έχει φύγει χρόνια μπροστά από τις υπόλοιπες Σλαβόφωνες χώρες, η φύλακη έγινε πολύχρωμο youth hostel και κάθε κελί του έχει σχεδιαστεί απ' την αρχή από διαφορετικό αρχιτέκτονα και στους τρεις ορόφους του βλέπεις διαφορετικά μεταξύ τους έργα τέχνης. Χρειάζεσαι πάντα δυο κλειδιά για να μπεις. Ένα για την καγκελένια πόρτα του κελιού σου κι ένα για την ξύλινη. Πριν από αυτές όμως θα πρέπει να καταφέρεις να ανοίξεις την κεντρική για να βρεις το κλιμακοστάσιο και να ανέβεις στον όροφό σου. Πριν προλάβω να σηκώσω γρήγορα τα μπαγκάζια μου και να περάσω η Jasna Jovicevic κατέβηκε γοργά τις σκάλες κοιτώντας κάτω, με ανέκφραστο το παιχνιδιάρικο Σέρβικο βλέμμα της, με τα λακάκια ντροπαλά πάνω στα μάγουλα και τα καστανά μαλλιά της πιασμένα πίσω. Φορούσε ένα κολλητό σκούρο μπλε μπλουζάκι, βασανιστικά και ελάχιστα αποκαλυπτικό, όσο χρειαζόταν να υπονοήσει ένα τέλειο στήθος. Δε θυμάμαι αν λόγω ευγενείας ή εξαιτίας της εικόνας που με αποσυντόνισε της κράτησα ανοιχτή την πόρτα. Πέρασε αμέσως, χωρίς να με κοιτάξει καν, χωρίς να πει ούτε ευχαριστώ.

Το πρωινό ψιλόβροχο είχε σταματήσει παραχωρώντας τη θέση του σε μια λιακάδα
, σχεδόν Οκτωβριανή, ισχνή, χωρίς αυτοπεποίθηση που ίσα ίσα σε άφηνε να φορέσεις κοντομάνικα και υποχρεώνοντας σε ταυτόχρονα να κουβαλάς μαζί σου ένα αδιάβροχο ή μια ζακέτα. Περπατήσαμε με τους υπόλοιπους - που είχαν ξυπνήσει πριν λίγο από το δεκαεννιάωρο ταξίδι τους με τροχόσπιτο από το Amsterdam - προς το κέντρο της πόλης την πλατεία του κοινοβουλίου όπου σύμφωνα με τις οδηγίες έπρεπε να βρεθούμε στις τρεις ακριβώς για συνέντευξη. Είχαν μαζευτεί εκεί τηλεοπτικά συνεργεία, βαν, τεχνικοί και ένας σωρός κόσμος, οι καλλιτέχνες του φεστιβάλ. Αποφασίστηκε τη συνέντευξη να τη δώσουμε μαζί, ο "Δράκος" κι εγώ. Ο φλεγματικός Βρετανός δημοσιογράφος ελάφραινε τρομερά την ατμόσφαιρα και μαζί με το τεράστιο μαξιλάρι που σου έδιναν να καθίσεις και τα πλατάνια που σκίαζαν από πάνω δημιουργούσαν ιδανικό σκηνικό, όχι για συνέντευξη αλλά περισσότερο για ψυχοθεραπευτική συνεδρία. Η Jasna ήταν εκεί. Μιλούσε ακριβώς πριν από μας. Είχε απλωθεί στο μαξιλάρι της και γέρνοντας προς τη μεριά μας ο λαιμός της μπλούζας χαλάρωνε και το στήθος της εμφανιζόταν όπως το είχα προβλέψει το πρωί. Μεγάλο, ολοστρόγγυλο και σφιχτό. Με δυσκολία κατάφερα να συγκεντρωθώ στα λόγια της και την άκουσα να μιλάει για τη μπάντα της, να έχει τεράστια αυτοπεποίθηση για τις μουσικές που γράφει, για τον τρόπο που παίζει σαξόφωνο, για τις υποτροφίες στην Αμερική και τα βραβεία στις bienalle. Έμοιαζε τρομακτικά με αυτούς τους απωθητικούς ανθρώπους που ζουν αποκλειστικά για το εγώ τους κι έτσι καταλήγουν να μην ζουν. Όταν τα μαξιλάρια μας, κατά τύχη, πλησίασαν επικίνδυνα αναγκαστήκαμε να μιλήσουμε και να συστηθούμε. Ευτυχώς τα μαύρα γυαλιά μου έκρυβαν καλά την κατεύθυνση του βλέμματός μου που ωστόσο συχνά εκτός από το σώμα της χαριζόταν στο υπέροχο χαμόγελο και τα παιχνιδιάρικα ματάκια της. Βρεθήκαμε ξανά τυχαία στην ίδια παρέα ενός club μιας ταράτσας, ανάμεσα σε επαρχιώτες Σλοβένους με ξανθές ανταύγειες και σιτεμένες γυναίκες που δεν εννοούν να απολαύσουν τα στάδια της ζωής που περνάει με τον τρόπο που τους αξίζει κι επιμένουν να προσπαθούν να νιώθουν και να φέρονται σαν εικοσάρες. Η Jasna συνοδευόταν από έναν γλυκό ντόπιο που την ακολουθούσε σέρνοντας μαζί και το ποδήλατό του. Την κοιτούσε ασταμάτητα, με βλέμμα που ικέτευε για την προσοχή της και της μιλούσε συνέχεια χαμογελώντας. Εκείνη ανταποκρινόταν στο χαμόγελο κοιτώντας αλλού, προσπαθώντας να αποφύγει κάθε παραπέρα οικειότητα μαζί του. Τα μάτια μας έπαιζαν κατά διαστήματα κι όταν όλοι μπλέκαμε σε τρελούς χορούς και μέσα στον κύκλο μας μπερδεύομασταν με όλους, έκανα την κίνησή μου. Την κάρφωνα με θράσσος, της χαμογελούσα αναιδέστατα αλλά ποτέ δεν την χόρεψα. Έφτασα κοντά της, έκανα τάχα πως θα την τραβούσα μαζί μου αλλά στο τέλος απομακρυνόμουν κι έπιανα πότε καμια Κροάτισσα και πότε καμιά δικιά μας Ελληνίδα. Η έπαρσή της μου έβγαζε πολλές τέτοιες μαλακισμένες πλεϋμποΰστικες στρατηγικές. Όμως, διάολε, πιάνουν γιατί συχνά οι γυναίκες μας οδηγούν σε αυτές. Κι έτσι το δήθεν άνετο χαμόγελό της πρόδιδε παρ' όλα αυτά την απορία της. Ο Σλοβένος ακόλουθος απλά παρατηρούσε με το γλυκό και αγαθό του υφάκι.

Το ξημέρωμα βρέθηκα μέσα στο τροχόσπιτο παρκαρισμένο έξω από την Celica. Δεν είχε κελί για μένα γιατί λόγω στρατού δεν ήταν σίγουρη η συμμετοχή μου στο φεστιβάλ και τα δωμάτια είχαν κλείσει για όλους μείον έναν. Κι έτσι ξάπλωσα στο πάνω κρεβάτι της καμπίνας κοιτώντας απ' το παράθυρο τον άδειο δρόμο.
Τους είδα να περπατούν αργά, γελώντας νωχελικά και όμορφα και το ποδήλατο που είχε ώρες να καβαληθεί να αφήνει εκείνο το μικρό θόρυβο της αλυσίδας που δε γυρίζει από πεταλιές αλλά από τσούλημα σε νεκρά ταχύτητα, σαν να γρινιάζει κάπως επειδή δεν το τρέχεις. Έφτασαν στην πόρτα. Τράβηξα την κουρτίνα ώστε να αφήνει μόνο ένα ελάχιστο άνοιγμα για το μάτι μου. Ο ποδηλάτης κινήθηκε αργά προς το μέρος της..."Μην τον φιλήσεις, μην τον φιλήσεις...!!!". Της έπιασε το χέρι κι έφερε το κεφάλι προς το δικό της. Εκατοστά πριν αγγίξουν τα χείλη τους η Jasna έστριψε απότομα. Ο Σλοβένος χαμογέλασε θλιμμένα. Κάτι είπαν στις γλώσσες τους. Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε μόνο ότι υπήρχε χρόνος για την κατάκτησή της...

Η επόμενη νύχτα ήταν τόσο βροχερή που έστειλε όλο το φεστιβάλ στο μέρος που παίζαμε γιατί ήταν το μόνο σκεπαστό που προστατεύονταν από τον καιρό. Στεκόταν τόσο κοντά στη σκηνή και είχαμε τόση επαφή με τα μάτια που στο τέλος παραδέχτηκα ότι έπαιζα μοναχά γι' αυτήν. Μου ξέφευγαν βαλκανικά fills, σέρβικα rolls και rimshots μαζί με oro αισθητική και κάθε φορά που έπαιζα κάτι που έμοιαζε με τη μουσική του τόπου που μεγάλωσε κι είχε παρατήσει για να ζήσει στην Αμερική, γελούσαμε ο ένας στον άλλον και τα λακάκια της, συνεχώς εμφανή και έντονα ευτυχισμένα χωρούσαν όλη την αίθουσα, όλους τους ρυθμούς και τις συγχορδίες και η βραδιά νικημένη και παραδεχόμενη την εξέλιξή της, βυθιζόταν αργά σε έναν ακόμη προαναγγελθέντα και εφήμερο έρωτα.

Ύστερα από λίτρα κόκκινο κρασί σε ένα underground πάρτυ, τρυφερά και κρυφά αγγίγματα, το νοικιασμένο τροχόσπιτο φιλοξένησε στις αναρτήσεις του τις βίαιες ταλαντώσεις μας. Η Jasna ήταν σοκαριστικά διαφορετική από την εικόνα της γυναίκας δολοφόνου που έδειχνε όταν μιλούσε για τη δουλειά της. Τόσο δοτική και εκφραστική, ανοιχτή να την κατακτήσεις και να κατακτηθείς και τα τριάντα της χρόνια συμπυκνώνονταν κάνοντάς την να κουρνιάζει σαν κοριτσάκι και να καυλώνει σαν έφηβη. Να ζητάει συνεχώς, να απαιτεί απ' τον εραστή της πότε γλυκιά και πότε βάρβαρη ικανοποίηση. Να σε κάνει να νιώθεις μόνος μαζί της σε ένα σύμπαν ολόκληρο που αυξομειώνει το μέγεθός του παράλληλα με τις κίνησεις μέσα κι έξω από τα σώματά σας.

Την άλλη μέρα, ως τυπικά ηλίθιο και ενστικτώδες αρσενικό, είχα μετανοιώσει για όλα αυτά. Μέσα στο όνειρο του ταξιδιού, στην ομορφιά της πόλης των Δράκων και της Jasna, αφέθηκα σε μια ακόμη βουτιά στον σύντομο, χωρίς υποχρεώσεις και μέλλον έρωτα που αυτή τη φορά ήταν απαγορευμένος γιατί η ζωή μου τότε πήγαινε παράλληλα με κάποιου άλλου ανθρώπου που αγαπούσα πολύ.
Το βράδυ ήρθε απρόσκλητα στο κελί που μου άφησαν οι υπόλοιποι, μια που είχαν φύγει για το Άμστερνταμ μια μέρα νωρίτερα. Προσπάθησα να το αποφύγω. Με έβρισε και χτύπησε την πόρτα φεύγοντας. Την έπιασα από το μπράτσο. Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί νοιάστηκα. Μπορεί από έμφυτο και άπειρο εγωισμό, μήπως και χαλάσει η εικόνα μου μπροστά σε μια ακόμη πρακτικά άγνωστη. Δεν ξέρω. Την τράβηξα μέσα και η νύχτα πήρε ξαναπήρε σταδιακά τη χτεσινή της πορεία...

Ο μήνας έφτανε στο τέλος του με καθημερινά πανομοιότυπα πρωινά ψιλόβροχα.
Η Jasna κρατούσε σε κάθε χέρι από μια βαλίτσα με τα σαξόφωνά της. Είχε λυμένα τα μαλλιά και από πάνω, το σώμα της καλύπτονταν από ένα κόκκινο παλτό, υποκύπτωντας στο προχωρημένο φθινόπωρο...Το αντίο της ήταν το πιο δυνατό από όλα. Ίσως γιατί το 'χε πει στη γλώσσα της, νομίζοντας πως δε θα καταλάβω: "Dovidjenja..."

Το νυχτερινό τρένο για Θεσσαλονίκη, χωρίς έλεος, ξεκίνησε το εικοσιτετράωρο ταξίδι του. Ο κρότος των αναρτήσεων προσπαθούσε να με ησυχάσει και να με βυθίσει σε ύπνωση, ξυπνώντας με έτσι από το απαγορευμένο όνειρο της Ljubljana. Να με γυρίσει στον κόσμο που διάλεξα να αγαπώ και να αδικώ. Η μηχανή υποσχέθηκε ότι θα το κάνει γρήγορα κι ανώδυνα. Σε μερικές ώρες, μισοναρκωμένος, την κατάλαβα που μπεσαλίδικα πάλευε να κερδίσει τη νότια κούρσα κόντρα στους Βαρδάρηδες. Τον ποταμό και τον άνεμο...

Κυριακή

<< Rewind II




Alphen aan den Rijn

O Christian με παρέλαβε από τον τερματικό σταθμό του Alphen aan den Rijn το απογευματάκι. Ήταν μια γκρίζα Παρασκευή, το τέλος μιας πολύ κουραστικής εβδομάδας, με καιρό αρκετά πιο αναποφάσιστο από τις άλλες μέρες και με ένα περίεργο συναίσθημα του πλησιάσματος του χρόνου που θα με έφερνε πίσω στην Ελλάδα. Όμως η κούραση του οκταώρου είχε εξαφανιστεί από τη στιγμή που το λεωφορείο ξεκίνησε από τον κεντρικό σταθμό του Amsterdam και ταξίδεψε νότια μέσα σε καταπράσινες εκτάσεις, πλάι από το περίπλοκο αεροδρόμιο Schiphol, σε ευθυγραμμισμένες λεωφόρους και ανισόπεδους κόμβους. Και φυσικά η τεράστια προσμονή να ξαναδώ τους φίλους που περάσαμε μαζί στιγμές στο ανοιξιάτικο Montpellier.

Και τώρα νοικιασμένο ποδήλατο και αργό πετάλι στους μισοβρεγμένους ποδηλατόδρομους μιας μικρής πόλης, που την ονόμασαν τιμητικά το "Άλφα του Ρήνου" γιατί κάπου εκεί υγραίνει τις τελευταίες του όχθες ο ποταμός Gouwe, ο "παλιός" Ρήνος, παρακλάδι του αυθεντικού Ρήνου που είναι παντοτινό σύμβολο της κεντρικής Ευρώπης, που μαζεύεται ψηλά στις Ελβετικές Άλπεις για να κυλήσει χίλια τριακόσια χιλιόμετρα μέσα από ένα σωρό χώρες πριν ενωθεί για πάντα με τη Βόρεια Θάλασσα.

Το μικρό δωμάτιο που μου βρήκε ο Christian για το Σαββατοκύριακο θύμιζε πολύ εργατική κατοικία σε υποβαθμισμένη γειτονιά του Sheffield. Ήταν στον τρίτο όροφο ενός τελείως έρημου κτιρίου, είχε πάμφτηνα αλουμινένια κουφώματα, παμβρώμικη γκρίζ
α μοκέτα και παλιά ξύλινη πόρτα. Έμοιαζε το τέλειο μέρος για συντέλεση ερωτικών εγκλημάτων, παραγωγών φτηνού πορνό ή για μικρές παράνομες ερωτικές συνευρέσεις και όργια. Επίσης έμοιαζε το τέλειο μέρος έμπνευσης σεναρίων απίστευτου τρόμου. Σα να προσπάθησε πολύ ο μηχανικός να το φτιάξει όσο πιο καταθλιπτικό και τρομακτικό γινόταν. Παρόλα αυτά ήταν ότι έπρεπε για ήσυχο ύπνο δυο βραδιών.

Όταν είδα τη Nicolina Visser ξανά μετά από τόσους μήνες απλά θαύμασα πάλι την ομορφιά της. Αυτή την αυθαδέστατη γλυκύτητα και αρμονία, το ευλύγιστο και λεπτό σώμα της που κατέληγε σε ένα απίστευτα ζωηρό κεφάλι με κοντά κόκκινα μαλλιά, με παραμυθένια χαρακτηριστικά και με μάτια που άλλαζαν χρώμα από πράσινο σε γκρι ανάλογα με τη διάθεση
- έτσι είχα αποφανθεί. Τη θυμόμουν από τη Γαλλία, όπου δεν είχα ιδιαίτερα πάρε-δώσε μαζί της. Θυμόμουν όμως και τις αντιδράσεις των υπολοίπων που την κοιτούσαν σα θήραμα να περνάει μπροστά από μια αγέλη σαρκοβόρων, με υπερυψωμένα τα οπίσθιά της, με την αθωωότητα αντιλόπης αλλά και λιγάκι από το παγωνίσιο καμάρι και ήμουν σίγουρος ότι η ίδια είχε θαυμάσει πολλές φορές γυμνό τον εαυτό της στους καθρέφτες της - παρατημένης από τον άντρα της - ζωντοχήρας μάνας της, σε σπίτια φιλενάδων και σε εφηβικά δωμάτια αγοριών.
Όμως από εκείνη την πρώτη στιγμή του θαυμασμού μου για αυτή - που κατέληξε στιγμιαία σε μια μικρή ενστικτώδη ερωτική φαντασίωση από αυτές που ο κόσμος σπάνια παραδέχεται ότι ένιωσε -
είχα ένα περίεργο προαίσθημα για μας τους δυο. Χωρίς να υπάρχει τίποτα το χειροπιαστό, κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει το ενδιαφέρον της για μένα, όταν μαζευτήκαμε όλοι μαζι να καπνίσουμε στο μικρό μου δωμάτιο κάθε τόσο προβάλλονταν στον τοίχο απέναντί μου εικόνες από το προσεχές και βραχύχρονο κοινό μας μέλλον.

Το Σαββατιάτικο πρωινό μας κέρασε ομαδικώς ομελ
έτες, χυμούς και καφέδες σε ένα πανέμορφο μαγαζάκι και μας πήγε σε ένα σωρό γωνιές της κωμόπολης. Καταλήξαμε να παίζουμε το μεσημέρι minigolf και να
χαζεύουμε τα κατοικίδια μιας φάρμας μέσα σε ένα ξύλινο σπιτάκι.
Και μετά από όλες αυτές τις ώρες που περάσαμε μαζί, έφτασα να επιθυμώ τη Nicolina τόσο έντονα που συχνά έπιασα τον εαυτό μου ένα βήμα πριν της το δείξει. Κι όμως πάντα δίσταζα γιατί δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για αυτήν. Ούτε ποια είναι, ούτε πως ζει ούτε
αν την περιμένει κάποιος στην άλλη άκρη της πόλης κι αν η ίδια τα βράδια κοιτάει υπομονετικά την αλέα της γειτονιάς της περιμένοντας να διακρίνει ένα συγκεκριμένο ποδήλατο που το οδηγούν δυο αγαπημένα της χέρια.

Ώσπου βρέθηκα να την έχω ακριβώς μπροστά μου στο κατώφλι της πόρτας της μικρής φάρμας, κοιτώντας έξω και περιμένοντας τη βροχή.
Κι εκείνη τη στιγμή ο ουρανός πέταξε επιτέλους τα κόμπλεξ από πάνω του και από πάνω μου και ξέσπασε σαν σπαρακτικό κλάμα μετά από σφίξιμο, από ράγισμα καρδιάς που παρόλο που δεν έπρεπε για κανένα λόγο να αφεθεί ελεύθερη να εκφραστεί, διαλ
ύθηκε στα κομμάτια που την συνέθεταν. Κι άρχισε να ρίχνει χοντρές στάλες με δύναμη και πάθος προς την Ολλανδική γη, να τη λασπώσει, να τη χαλάσει, να την παρασύρει στον καθ' ομοίωση στεναγμό του. Κι όλο αυτό έγινε μέσα μου σπίρτο και αναλαμπή: ή όλα ή τίποτα, η ζωή δε θα περιμένει άλλο.
Άρπαξα τη Nicolina από τη μέση και την τράβηξα απότομα έξω από το ξύλινο σπιτάκι. Και αρχίσαμε να χορεύουμε μόνοι, με μαέστρο τον αποφασισμένο πια ουρανό, να σολάρει μοναχά για μας, ένα tango υγρών κρουστών πάνω στο χώμα και στο πλακόστρωτο. Η Nicolina ξεπέρασε σχεδόν αμέσως το σοκ της αρπαγής μου κι έβαλε τα γέλια, δυνατά, φρέσκα,
νεανικά και ζηλευτά μέχρι θανάτου από τους δυστυχισμένους αυτού του κόσμου και με έπιασε πιο σφιχτά, να τελειώσουμε εκείνον τον χορό.

Έτσι έγινε. Γυρίσαμε μέσα στο σπιτάκι βρεγμένοι μέχρι τα σπλάχνα μας και γελούσαμε για πολλή ώρα ακόμα, με το γέλιο μας να γίνεται κάτι σαν τραγούδι πρόσκαιρης ευτυχίας και είχε ο καθένας ένα βλέμμα ευθύ και δυνατό, σχεδόν ανταγωνιστικό κόντρα σ΄αυτό του άλλου. Ορκίζομαι ότι εκείνη τη στιγμή τα μάτια της Nicolina Visser ήταν καταπράσινα, σε τέλεια αντίθεση με τον κύριο Ουρανό που ξαλάφρωσε μετά από όλα αυτά κι άρχισε να συνέρχεται σιγά σιγ
ά από τη μουντή του διάθεση, ξεκινώντας το κιτρίνισμα του μεσημεριού.

Κι έφτασε τελικά ένα βράδυ που μας έβαλε να φιληθούμε για πρώτη φορά με μάρτυρες τους υπόλοιπους φίλους, δήθεν για να κερδηθεί ένα παιδιάστικο στοίχημα και ύστερα να έρθουν τα σκοτάδια της επαρχιακής πόλης να φωτίσουν δεκάδες αγγίγματα και εξερευνητικά χάδια.

Η πρωινή Κυριακή κύλησε με νωχελικά στριφογυρίσματα στο νοικιασμένο κρεβάτι, με γυμνά απλώματα του ενός πάνω στον άλλον και αργότερα στους μεσημεριάτικους δρόμους με βρεγμένα ρούχα και χιλιάδες παράλληλες πεταλιές. Και πέρασαν τόσο αργά οι ώρες, τόσο αντίθετα στον κανόνα που διατάζει το χρόνο να τρέχει όταν λατρεύεις τις στιγμές που βιώνεις, σα να ήθελε με εργαλείο εμάς η "μέρα του θεού" να επαναστατήσει ενάντια στις ανόητες προσταγές της θρησκείας, που την όρισε σαν ημέρα προσευχής και αυτοσυγκράτησης κι έπειτα, για πληρωμή, να μας δέσει, με όποιον τρόπο, για όσο χρόνο και όσο πολύ θα μπορούσαν να δεθούν δυο πρακτικά άγνωστοι, μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο φευγαλέου, ανέμελου και χωρίς κανένα απολύτως μέλλον έρωτα.

Ώρες μετά, ο γραβατωμένος οδηγός μου 'κανε ένα μικρό νεύμα να ανέβω στο άδειο λεωφορείο και το μικρό παγκάκι που μας βαστούσε πριν την αναχώρηση έτριξε κάπως, καθώς κινήθηκα να σηκωθώ. Και τότε μου φάνηκε ότι είδα τις μικρές της κόρες να παίρνουν χρώμα συννεφιασμένο, σαν αυτό που βλέπεις παντού γύρω σου λίγο πριν αρχίσει να ψιχαλίζει. Αλλά ποτέ δεν ήμουν απόλυτα σίγουρος γι' αυτό.



Amsterdam

Ένα τεράστιο και ασταμάτητο τσίρκο είναι το Amsterdam. Κι ο κόσμος του γίνεται λευκή κορίνα, χρωματιστό μπαλάκι και φωσφορίζον flowerstick στα χέρια ενός θεοπάλαβου υπερφυσικού ζογκλέρ και περιπλανιέται σχεδόν άσκοπα εδώ κι εκεί, πότε πιωμένος, πότε μαστουρωμένος, πότε ξαναμμένος και πάντα από πάνω ο ίδιος ανόητος και παιδαριώδης ουρανός των κάτω χωρών, να χαζολογάει με τους ανθρώπους και να παίζει με τις διαθέσεις τους, ξεσπώντας πάνω τους για όσα καψόνια του κάνει αιώνες τώρα ο Ατλαντικός ωκεανός, που τον μαστιγώνει κάθε τόσο με χαμηλά βαρομετρικά και ψυχρά μέτωπα. Ένας ουρανός βασανισμένος, ομοίωμα πια του ζαβολιάρη Ερμή, που πάνω στο κακόβουλο παιχνίδι του μπορούσε να κάνει και τον πιο παλιό και σκληρό απο εμάς, τους εργάτες των δρόμων, να λυγίσει, αναγκάζοντάς τον να δουλεύει ανά πεντάλεπτα, μια με ιδρωμένα κοντομάνικα και μια με κρύα αδιάβροχα.

Κι όμως εκείνη η μέρα ήταν η πρώτη που είδα έναν καιρό διαφορετικό, σαν ώριμο, άγρια ερωτευμένο αρσενικό, με χτισμένο σε ακλόνητη γη το "θέλω" του, να στερεώνει γερά έναν ολόχρυσο μεσογειακό ήλιο πάνω από την πόλη, να ποτίζει με τόσες αχτίδες τον κόσμο μας, που κανονικά για την περιοχή θα χρειαζόταν μια ολόκληρη εβδομάδα.

Περπατούσαμε ασταμάτητα. Χωρίς να πηγαίνουμε πουθενά συγκεκριμένα. Σταματούσαμε πάντα τυχαία. Καταλήξαμε στο απαίσια τουριστικό Damrak, μπροστά στο παλιό παλάτι, καθισμένοι γελώντας σε μαρμάρινα σκαλάκια, να αλλάζουμε φιλιά στο λαιμό με το ρυθμό μιας Σικελιάνικης ταραντέλας και των βαλς ενός πλανόδιου carusel. Χωρίς υποσχέσεις, χωρίς ανταλλάγματα. Ζώντας το τώρα, με αυθόρμητη αυστηρότητα και πηγαία εφημερία.

Και ύστερα αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις στα κουρασμένα μας μέλη και να πάμε περπατώντας μέχρι το Noord. Κι εκεί, αποκαμωμένοι, με γλυκιά κούραση χτυπημένη στο ίδιο ποτήρι με καυτερή νεανική επιθυμία, πάνω σε ένα άλλο παγκάκι, δίπλα στο γεμάτο γηροκομείο της οδού Beemsterstraad μπερδέψαμε γλυκά και άγρια μαζί τα μέλη μας, κάνοντας τους περαστικούς ηλικωμένους να εξασκούν ξανά μετά από τόσες δεκαετίες ζωής την ικανότητά τους για διακριτικότητα.

Όταν βράδιασε αποχαιρετιστήκαμε εύκολα στο σταθμό, χωρίς πολλά πολλά. Ξέραμε κι οι δυο καλά ότι τα αύριό μας δε συναντώνται πουθενά κι ότι όσα ζήσαμε παράλληλα, απλά τελείωναν εκεί. Κι έτσι είχαμε το ίδιο χαμόγελο ευτυχίας, ευγνωμονόντας το άγνωστο για τις λίγες στιγμές που μας κλήρωσε να ζήσουμε και για την πηγή που μας έλουσε την τεράστιας αξίας συνείδητοποίηση του να ζεις αυτές τις στιγμές αμέσως, ρεαλιστικά και αχόρταγα, χωρίς όμως προσδοκίες, χωρίς άπληστες και αφελείς αναμονές. Τα στόματα μας αγγίχτηκαν για τελευταία φορά, μισοφιλώντας αλλά περισσότερο μισογελώντας και η Nicolina Visser με εκείνο το γνωστό πάτημα της αντιλόπης ανέβηκε αέρινα τα σκαλιά του διόροφου βαγονιού. Και δεν την είδα ποτέ ξανά. Πήρα το ποδήλατο απ' το πάρκινγκ και τράβηξα αργά αργά για τη Jisperveldstraad, με αργές φιδίσιες πορειές και με απλανές και απέραντο χαμόγελο, νιώθωντας πληρωμένα τα μέσα μου με αλλόκοτη και δύσκολη και χαρούμενη και μπερδεμένη και άδικη και σύντομη αλλά τόσο γαμημένα γνήσια και γεμάτη ζωή!

Πέμπτη

<< Rewind I





Montpellier

Ο Απρίλιος χάριζε στο Montpellier μια γλύκα ασύγκριτη, που σε έκανε να νιώθεις ότι έχεις συνέχεια στο στόμα σου μια ολόφρεσκια γουλιά chocolat chaud και το τραγούδι των κατοίκων - που δεν τραγουδούσαν αλλά απλά πρόφεραν τις στερεότυπες καθημερινές τους φράσεις - σου δινε μια περίεργη αργή κυματοειδή κίνηση στο σώμα, τόσο αμαρτωλά νωχελική κι ευχάριστη που αναρωτιόσουν αν έριξαν τίποτα στον πρωινό σου καφέ και είναι όλα τόσο χρωματιστά. Όλοι νιώθαμε πιο όμορφοι από ποτέ εκεί. Η Place de la Comedie, το Odysseum, η Mosson, η στάση Louis Blanc και το Chorum γίνονταν κομμάτια μας μέρα με τη μέρα κι εμείς νέοι Μοντπελιανοί πια κυκλοφορούσαμε με αέρα γεννήματος και θρέμματος μαζί, από το Stade Philippides μέχρι τον επικίνδυνο Gare.

Η Fatima Gutierez με είχε κοιτάξει έντονα από την πρώτη στιγμή. Με εκείνες τις ματιές που καμιά φορά δωρίζουν οι γυναίκες κι αφήνουν τον κάθε ανόητο εύκολα να πανηγυρίσει αμέσως την πιο πρόσφατη κατάκτησή του. Ήταν αναμφισβήτητα όμορφη. Είχα ξανθά μακριά μαλλιά και πράσινα μάτια και ένα μικρό "bindi" στη μέση του μετώπου, σαν πιστή Hindu. Δεν έδειχνε για Μαδριλένα, ούτε καν για Ισπανίδα και το ταμπεραμέντο της θα ταίριαζε περισσότερο σε βορειο-ευρωπαία παρά σε Μεσόγεια. Δε μου τράβηξε ποτέ την προσοχή ωστόσο. Ίσως το ανέκφραστο βλέμμα της που έκανε προφανή τη χαμηλή της νοημοσύνη με απωθούσε έντονα. Κάποιος άλλος από την παρέα κινήθηκε να την κατακτήσει αλλά τα παράτησε μετά από μερικές απέλπιδες προσπάθειες επικοινωνίας γιατί ακόμη ένα κακό που είχε η Fatima είναι αυτό που έχουν οι Ισπανοί γενικώς, ότι τα γλωσσικά τους όρια δεν επεκτείνονται πέρα από τα Καστιγιάνικα, τα Καταλανικά, τα Βάσκικα ή όποια άλλα μπορεί να μιλούν σε κάθε περιοχή. Κι έτσι η Fatima κατάφερε με τη βλακεία της και την αγλωσσία της να μείνει φρούριο απόρθητο όλες τις μέρες του Montpellier.

Ο καιρός περνούσε κι εγώ είχα αποφασίσει να χαρίσω όσον είχε απομείνει σε μια Κροάτισσα από το Zagreb, που είχε όνειρο το box και πραγματικότητα το χορό. Μια πανέμορφη και τέλεια ξενέρωτη 16χρονη από αυτές που δίνουν όσο "εγώ" τους χάρισε η φύση μόνο στην πραγμάτωση των στόχων τους, που από πείσμα κι εγωισμό κι αφήνουν άκαρδα τη ζωή να κυλάει δίπλα τους ξοδεύοντας σιγά σιγά τα προκαθορισμένα "λίτρα" που της αντιστοιχούν. Δε μου δόθηκε ποτέ. Το τελευταίο βράδυ που ασχολήθηκα μαζί της ήταν εκείνο που πέρασε από δίπλα και μου χάιδεψε αργά και καυλωτικά το πίσω μέρος του καρπού και έπειτα καθίσαμε αγκαλιά παρακολουθώντας τους έξαλλους χορούς Ολλανδέζων λεσβιών και Ισπανών γκέι και τους διαγωνισμούς ποιός θα γλωσσοφιλήσει περισσότερους σε μια νύχτα κερδίζοντας το ιδιότυπο βραβείο για τη χώρα του. Το χέρι μου δεν προχώρησε παρακάτω από τη μέση της. Αφού κάλυψε τη βαθιά θαμμένη ανασφάλειά της με την κατάκτηση και την απόρριψή μου έφυγε απότομα και δεν ξαναμιλήσαμε. Κι έπειτα μέσα από μεθύσι επιφανειακό - μάλλον και λίγο ηθελημένο για το πάθος των ημερών - πληγωμένου 20χρονου, από ποτά μίξεις του "ότι να' ναι" η Fatima Gutierez κι εγώ βρεθήκαμε να φιλιόμαστε τάχα παθιασμένα στο κέντρο της σάλας χορού. Πρώτη φορά φιλούσα κάποια από εγωισμό. Έχει περίεργη γεύση αυτό το φιλί. Είναι λίγο γλυκό, αλλά περισσότερο ξινό και άνοστο. Το ξημέρωμα με έκανε να μετανοιώσω πικρά για όλα αυτά. Τα υπόλοιπα βράδια η Fatima με Ιώβεια υπομονή παρακολουθούσε την έντονη αδιαφορία μου για αυτή. Πολλές φορές ήρθε δίπλα μου προσπαθώντας να μου μιλήσει. Αλλά δεν μπορούσε. Ίσως αν ήθελα να καταλάβω τι λέει κι αν προσπαθούσα λιγάκι να επικοινωνούσαμε κάπως. Αλλά χαμογελούσα ηλίθια κι αμήχανα και άλλαζα όσο διακριτικά γινόταν θέση. Μια φράση θυμάμαι ξεκάθαρα: "You don't want to kiss me anymore?". Αν την ξανάκουγα τώρα θα έκλαιγα. Τότε όμως το μόνο που ένιωσα ήταν μια εντονότατη επιθυμία να γελάσω ειρωνικά και απλώς να εξαφανιστώ από το σαλόνι του hostel. Κι η Fatima έμεινε μόνη.

Με βρήκε ώρες αργότερα, λίγο πριν ξημερώσει και ξεκινήσουμε για τους σταθμούς και τα αεροδρόμια να διπλαρώνω σε έναν μοναχικό καναπέ μια γλυκιά Βελγίδα που είχα βάλει στο μάτι από μέρες, που έμεινε κι αυτή μόνη αφού ο Ισπανός συνοδός της αποφάσισε ότι τόσο καιρό λάθευε στο θέμα του φύλου που τον "έφτιαχνε" περισσότερο και κατέληξε να πηδιέται άγρια κάθε βράδυ με έναν Κροάτη, απόλυτο θύμα της μόδας και του styling. Οι δυο τους, φωτομοντέλα κανονικά, γλυφόντουσαν σαν τίγρεις και έβαζαν τα χέρια τους, ο ένας στο παντελόνι του άλλου, πάντα σε κοινή θέα και πάντα περπατούσαν χέρι χέρι ευτυχισμένα στους δρόμους του Montpellier. Ήταν αναμφισβήτητα το ζευγάρι των ημερών μας και πολλοί ζήλευαν θανάσιμα το τόσο πάθος τους.
Η Βελγίδα δίπλα μου δέχτηκε πολύ ευχάριστα το δείκτη μου που τελείως απροειδοποίητα άρχισε τις κυκλικές βόλτες στο πίσω μέρος του λαιμού της, κάνοντάς την να ανατριχιάζει ελαφρά κάθε λίγο και όλο αυτό να καταλήγει σε ερωτικό και αναπάντεχο massage. Η Fatima βλέποντάς τα όλα αυτά με γυναικείο πείσμα και μουλαρίσια υπομονή άρχισε τις προσπάθειες επανάκτησής μου.
Το αποτέλεσμα ήταν να φτιάξουμε ένα τρενάκι. Με βαγόνια εμάς και συνδέσμους τα χέρια μας, αφού εγώ έκανα massage στη Βελγίδα και η Fatima σε μένα. Ο αδερφός μου πέρασε από δίπλα με εκείνο το μαλακισμένο βλέμμα που έχει από μωρό, κάθε φορά που κάνει υπερπροσπάθεια να συγκρατήσει το ποτάμι του κλαυσίγελού του...

Είχαμε μαζέψει πια και τις βαλίτσες και στους σκοτεινούς διαδρόμους του hostel είχε συνωστιστεί σχεδόν όλος ο κόσμος. Άλλοι φιλιόντουσαν, άλλοι έκλαιγαν κι άλλους τους έτρωγε η μαλακία της επιστροφής. Μέσα σε όλα αυτά η Fatima με πλησίασε ντροπαλά κι απρόσμενα για τελευταία φορά στη ζωή της.
Θεέ μου! Είχε στα χέρια της ένα χαρτάκι. Μου διάβασε σε - ας πούμε - αγγλικά που μετά βίας κατάλαβα. Τα μάτια της φαινόταν θλιμμένα :
"I wuonten to tolk to yu. I wuont to tel yu that yu ar uan great boy and I fιl so laky I mιt yu." Δεν την άφησα να τελειώσει. Κόπηκαν τα πόδια μου. Δέκα λέξεις μαζεμένες στο χαρτάκι που ποιός ξέρει ποιόν αδαή Ισπανό αγγάρεψε να της γεμίσει - ίσως και να γελάσει μαζί της - και τρία δευτερόλεπτα ανάγνωσης για να παραδώσει ένα ολόκληρο μάθημα ζωής, χρησιμοποιώντας αντί για κιμωλία και μαυροπίνακα, δυο στραβοειπωμένες και μισοτελειωμένες αγγλικές κουβέντες. Έκανα κάτι σαν αμήχανο γέλιο κι έτρεξα. Βγήκα έξω από το hostel και περίμενα τους άλλους. Εκείνο το πρωί με είχα ξανασιχαθεί...

Ο Ιούνιος του 2008 - που έτσι κοφτερά καθώς ξεκίνησε και με έκανε να αρχίσω να θυμάμαι και να γράφω λίγο λίγο από το παρελθόν μου - μου έκλεισε πονηρά και με χαμόγελο το μάτι και με σκούντηξε με αγάπη με τον αγκώνα του θυμίζοντάς μου κάτι ακόμα και δίνοντάς μου έτσι ένα είδος άφεσης. Ότι από όλες εκείνες τις υπέροχες μέρες του Montpellier μου - με όλες εκείνες τις γυναίκες που θέλησα - θυμάμαι πια μοναχά ένα όνομα. Εκείνο της όμορφης μα και αφελούς Fatima Gutierez.

Παρασκευή

Een Dag...





Ο ήχος συνεχόμενος και οξύς, οι κραδασμοί γαργαλάν τις παλάμες, μυρωδιά από αμόλυβδη, λάδι και φρεσκοκομμένο χόρτο κι από πάνω η μέρα να γαρνίρεται με αλύπητο ήλιο. Το τραγούδι σαδιστικά με φέρνει πίσω στο Amsterdam Noord...

"She's a Killer Queeeeeeen
Gunpowder, Gelatine
Dynamite with a laser beam

Guaranteed to blow your mind...

anytime..."


"These women are eeeeaaaaasy mate..." φώναξε ο Roy Blackmoore απ' το Λίβερπουλ καρφώνοντας το βλέμμα σε δυο δεκαπεντάχρονες Ολλανδέζες που περνούσαν κρυφογελώντας. Ήταν τότε 44 χρονών κι είχε την όψη και το χαμόγελο διαολεμένου πεντάχρονου. Έβγαλε κι έστριψε στα γρήγορα ένα μικρό από αυτά που έφτιαχνε μυστικά σε μια κάμαρα στο West. Ο επόπτης, ο Shonny με το όχημα που το φωνάζαμε "το αυτοκίνητο του Πάπα" - γιατί είχε ένα μεγάλο γυάλινο κουβούκλιο για να μπορείς να βλέπεις εύκολα γύρω από αυτό - ξύριζε αμέριμνος το πεζοδρόμιο. Και από πάνω μας περνούσαν συνέχεια τα MD-11 της KLM που διαγράφονταν ξανά πάνω στο γκρίζο νερό...

Με επαναφέρουν τσιρίδες παιδιών, φωναχτά γελάκια και συνθήματα δημοτικου "αγόρια κανόνια, κορίτσια μακαρόνια" . Μερικές υστερικές δασκάλες διατάζουν τα παιδιά να μπουν στη σειρά. Ζυγισμένα, στοιχισμένα. Όλες με τα πουκαμισάκια τους και την επερχόμενη εμμηνόπαυσή τους, με τις ζωές τους σε εξοργιστική τάξη - όπως αυτή που θέλουν να επιβάλλουν στα επτάχρονα - και μερικές ακόμη, κάπου στην ηλικία μου με τόσο εμφανή τα σημάδια της σύντομα απόλυτης εξομοίωσής τους με τις "έμπειρες οδηγήτριες". Πόση ευτυχία μου χαρίζουν αυτοί οι άνθρωποι, πόσο τέλεια με κάνουν να νιώθω που η δουλειά μου σήμερα είναι να απλά να κόβω το χόρτο και να παλεύω να υπολογίζω με πόσα λεφτά θα περάσω τον άλλο μήνα. Πόσο μου λείπεις μερικές φορές.

Κουρεύω μηχανικά. Grass το λένε και οι Ολλανδοί. Μόνο που ακούγεται πολύ πιο όμορφο αυτό το G που προφέρεται βαρύ Χ, όπως όταν έχεις φλέμματα. Χρας. Σαν το ήχο της κόσας που αποκεφαλίζει απότομα. Μου έρχονται στίχοι από τραγούδια που άκουγα στην Ελλάδα. Το ωραιότερο Σαββατοκύριακο του καλοκαιριού μόλις πέρασε και στο Alphen aan den Rijn τριγυρνάει πρωινιάτικα ένα κορίτσι που ώρες πριν περπατήσαμε όλο το Αμστερνταμ, φιληθήκαμε στο Damrak μπροστά σε μια ορχήστρα Ιταλών κι ένα carusel, έφαγα το Big Mac της γιατί νόμιζα πως ήταν δικό μου κι αυτή ντράπηκε να μου το πει. Και που μετά κουράστηκε να αλητεύει με έναν άγνωστο Griek και μου ζήτησε να καθίσουμε σε ένα παγκάκι. Σε ένα παγκάκι που με έκανε κι έβαλα το χέρι μου μέσα στο τιραντάκι της, μέσα στο εσώρουχό της, μέσα στη μυρωδάτη εφηβική παρθενιά της κι ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου αυτή την περίεργη και πολύ συγκεριμένη ευτυχία, που ξέρεις ότι είναι τόσο εφήμερη όσο ένα απόγευμα, όσο τα τριαντάφυλλα του Exypery κι όμως την απολαμβάνεις σαν γλυκό μαστούρωμα, γρήγορα και αδηφάγα όπως ένα κομμάτι πίτα από μύρτιλα. Ένα συναίσθημα που μου ήρθε ξανά, χρόνια αργότερα. το ίδιο έντονα μέσα σε ένα χειμωνιάτικο αυτοκίνητο, κολλημένο στη νυχτερινή ομίχλη κι ίσως επειδή τους κανόνες αυτού συναισθήματος - που προστάζουν αυστηρή εφημερία και άμεση απομάκρυνση - τους σπάσαμε βίαια με έντονη επιθυμία, καύλα κι αργότερα έρωτα, τώρα βρίσκομαι να τιμωρούμαι κουρεύοντας χόρτο σε έναν κατάξερο λόφο της πατρίδας μου και καμιά φορά το σώμα να μην υπακούει και να γυρίζει άσκοπα, διαγράφοντας πανηλίθιες τροχιές κι οι εργάτες να με κοιτούν περίεργα, αφού δουλεύουν πρώτη φορά μαζί μου και βλέπουν να μην ασχολούμαι ιδιαίτερα με το τι κάνουν. Ίσως για χάρη σου έγινα το αγαπημένο τους αφεντικό. L.O.L.

L.O.L. = Leakage Of Love


Χτυπάει μεσημεριάτικα ο ήλιος, βρέχει κάθε πέντε λεπτά, μαζεύουμε σιγά σιγά τα εργαλεία, σχολάω πάνω στο ποδήλατο αφήνοντας πίσω τη Miraplein, το απόγευμα υπόσχεται ηρεμία λίγη λίγη, το βράδυ είμαι και πάλι καλεσμένος στη Red Light, η νύχτα πάντα απελευθερώνει καινούριες αγκαλιές και βλέμματα, το σκοτάδι φτάνει με καθυστέρηση,

ο ύπνος είναι παντού ο ίδιος.


Πότε με μια γνωστή
και πότε με μια άγνωστη
φιγούρα
που αμέσως
ερωτεύομαι,


μπορεί για λίγο
μπορεί και για πάντα!