Παρασκευή

Hmm...like a destiny

"Destiny", by John Williams Waterhouse


Στη Mari, έτσι, επειδή μου έμαθε τους Pre-raphaelites καλλιτέχνες.


Αγαπώ τα καλοκαίρια, αλλά λατρεύω τους χειμώνες. Πουλάω την ψυχή μου για να αγοράσω βροχή και χαρίζω όλα μου τα υπάρχοντά για να βραδιάζει νωρίς, να ξυπνάω απ' το μεσημεριανό μου ύπνο κι έξω απ' το μπαλκόνι μου να 'χει βολευτεί για τα καλά στην ατμόσφαιρα η νύχτα και λίγο λίγο να μοσχοβολάει το κρύο της. Τα παγωμένα πρωινά να φαντάζομαι τα ζευγάρια των φοιτητών, σε ψηλά διαμερίσματα των μεγάλων οδών του κέντρου, να παίρνουν πίσω τη ζωή απ' τις υποχρεώσεις και να κυλιούνται νωχελικά μέσα στα παπλώματα που μυρίζουν “σώμα κοριτσιού μετά από μπάνιο και σεξ”. Κι απ' έξω ο κόσμος να πηγαίνει τρέχοντας, κουμπωμένος, μέσα στο κρύο, να περνάει, να περνάει...να πηγαίνει μπροστά, να προοδεύει, να βρίσκει δουλειά, να βγάζει λεφτά και να παίρνει προαγωγές.


Σε νοιάζει;”

Ούτε μένα.”


Παλιοί φίλοι απ' το πανεπιστήμιο, νέοι γνώριμοι από δω κι από κει. Όλοι τα ίδια. Το πρώτο πράγμα που θα σε ρωτήσουν μετά από τόσα χρόνια είναι για τη δουλειά σου. Ποιά δουλειά; Άαα, εννοείς τις μηχανικές κινήσεις που κάνω υπνωτισμένος τα πρωινά για να μη πεθάνω απ' την πείνα; Όποιον από αυτούς ξαναδώ και το πρώτο που θα με ρωτήσει θα είναι να του πω για κάτι που αγαπώ, θα του δώσω πρώτα ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα. Μετά θα του μιλήσω για τις μουσικές του Comelade, τους χάρτες και τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο που ονειρεύομαι σχεδόν κάθε μέρα πια. Αυτά τα δυο είναι τα χάπια που πίνω τελευταία, για να φεύγει η πίκρα απ' το ραδικόζουμο των συζητήσεων για minimum κόστος, maximum κέρδος, κολπάκια αγοράς και πωλητικές καπατσοσύνες.


Ξαναδιαβάζω το γράμμα. Είχα πολλά χρόνια να πάρω αληθινό γράμμα, γραμμένο στο χέρι, δωσμένο από χέρι, με όμορφους χαρακτήρες, να ξεκινάει λέγοντας: “Η αλήθεια είναι...”. Έσταξαν στα σεντόνια μου αυτές οι αλήθειες του και τα παθιασμένα λαθάκια του. Κι η αγάπη με τις μωβ λέξεις...Μα εμένα δε μου έμειναν λέξεις έπειτα...ούτε σκέψεις...τίποτα. Μόνο ενοχές που δεν μπορώ ακόμα να δικαιολογήσω, αλλά τις αισθάνομαι και κάτι με τραβάει σε μια αδρανή αποδοχή των πεπραγμένων, σε μια αδυναμία δράσης. Γίνομαι σαν τον “Ξένο” του Camus. Ας με χαστουκίσει κάποιος. Εγώ πάντως, πολύ θα ήθελα να χαστουκίζω τον εκνευριστικό “Ξένο” του Camus.


Μπαίνει ο Νοέμβρης, ελπίζω σε πιο κρύες μέρες και τρέχει το μυαλό μου πλάι στο τρένο που θα πάει από τη Μόσχα στο Βλαδιβοστόκ, που θα περάσει απ' τα Ουράλια όρη, από τη λίμνη Βαϊκάλη και τις στέππες της Ασίας. Προσπαθώ να βρω ένα άνοιγμα να πηδήξω μέσα. Αν τα καταφέρω κάποτε, το ρώσικο τσάι θα αχνίζει στις κούπες καθώς θα κοιτάμε έξω απ' το παράθυρο και τα τζάμια θα θολώνουν από ευτυχία. Θα παίζει συνεχώς το Russian Roulette.