Τρίτη

Ο γραφειοκράτης κι ο τυπολάτρης αποφασίζουν για βγουν για έναν καφέ

Art by Steve Berridge


Ο γραφειοκράτης κι ο τυπολάτρης είχαν από πάντα μια αρκετά εγκάρδια σχέση, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς και ως φιλική. Ωστόσο αρκετά αργότερα από τη γνωριμία τους αποφάσισαν να πιουν μαζί έναν καφέ σε ένα καφενείο της πόλης.

Ήταν και οι δυο συνεπείς στο ραντεβού τους, ο ένας προσέφερε προτεραιότητα στον άλλον για να μπει στο καφενείο. Αφού κάθισαν με καθώς πρέπει στάση, ήρθε το γκαρσόνι να πάρει παραγγελία. Ο γραφειοκράτης αμέσως παρήγγειλε πρώτος και ακολούθησε ο τυπολάτρης. Αφού το γκαρσόνι απομακρύνθηκε προς την κουζίνα ο τυπολάτρης προχώρησε σε μια μικρή παρατήρηση που έμελε να είναι καθοριστική για την εξέλιξη της συνάντησης.
- Σύμφωνα με το τυπικό του σαβουάρ βιβρ θα έπρεπε να με ρωτήσετε αν θα ήθελα να παραγγείλω πρώτος. Ωστόσο δεν πειράζει και φυσικά δε θα σας θεωρήσω αγενή.
Κλονίστηκε παρόλα αυτά ο γραφειοκράτης. Οι τελευταίες λέξεις του τυπολάτρη παρά το ότι εξέφραζαν μια άρνηση στην ουσία υπονοούσαν ξεκάθαρα το αντίθετο. Κι έσπευσε να απαντήσει:
- Γνωρίζω πολύ καλά το σαβουάρ βιβρ αγαπητέ μου, όμως η αλφαβητική σειρά των ονομάτων μας καθορίζει πολύ καλά τη σειρά προτεραιότητας στις διάφορες δραστηριότητες.
- Δε θα διαφωνήσω με το τελευταίο κύριε γραφειοκράτη όμως το σωστό θα ήταν να μου απευθύνετε μια ερώτηση, έτσι για το τυπικό του θέματος. Η προτεραιότητα θα ήταν και πάλι δική σας αφού τόσο πολύ την επιθυμείτε.
- Δεν επιθυμώ καμιά προτεραιότητα κύριε τυπολάτρη, ελπίζω να το καταλαβαίνετε πολύ καλά, ακολουθώ τους κανόνες όπως ορίστηκαν και όπως πρέπει, κάτι που εσείς φαίνεται να αγνοείτε, απάντησε σε έντονο και σαφώς ενοχλημένο ύφος ο γραφειοκράτης.
- Ω μα τι λέτε, δεν αγνοώ κανέναν κανόνα, απλώς σε αντίθεση με εσάς τηρώ και τους τύπους.
- Σας παρακαλώ πολύ, πως τολμάτε να δηλώνετε ότι δεν τηρώ τους τύπους…

Η αντιπαράθεση πολύ σύντομα άναψε, με τους δυο όρθιους πια, να ανταλλάσουν βαριές και χυδαίες βρισιές στον ενικό αριθμό φυσικά, εγκαταλείποντας τον αβρό κόσμο του σαβουάρ βιβρ. Το γκαρσόνι δεν πρόλαβε να σταματήσει το γραφειοκράτη από το να αδειάσει ένα ποτήρι με δροσερό νερό στο πρόσωπο του τυπολάτρη ο οποίος με τη σειρά του εκσφενδόνισε το πιατάκι με τα λουκούμια και γέμισε άχνη τον πρώην φίλο και νυν αντίπαλό του. Πιάστηκαν στα χέρια και άρχισαν να χτυπιούνται αλύπητα.

Έξω απ’ το καφενείο περνούσε ένα μικρό κλιμάκιο αναρχικών. Μόλις αντιλήφθηκαν τι συμβαίνει, μπήκαν με βία στο καφενείο και με ρόπαλα και πέτρες επιτέθηκαν και στους δυο. Στο τέλος ο γραφειοκράτης κι ο τυπολάτρης βρίσκονταν νεκροί, ματωμένοι, βάναυσα χτυπημένοι στο πάτωμα του καφενείου. Οι αναρχικοί αποχώρησαν χωρίς να βοηθήσουν το γκαρσόνι να καθαρίσει το χάος που άφησε αυτό το κακό πρωινό συναπάντημα.
Τυχαία είχε βρεθεί κι ένας περαστικός καπιταλιστής απ’ έξω την ώρα του καβγά και τον πήραν κι αυτόν τα σκάγια. Όμως αυτός τη γλύτωσε – όπως πάντα – και μάλιστα εισέπραξε και ένα σημαντικό ποσό από την ασφαλιστική εταιρεία.

Κυριακή

25Β



Πώς το 'φερε έτσι το πρόγραμμα της αεροπορικής εταιρίας και στην πτήση ανταπόκρισης μπήκα στο ίδιο ακριβώς αεροσκάφος που με έφερε στο Βενιζέλος; Λατρεύω αυτές τις μικρές λεπτομέρειες που τις προσέχουμε μόνο τα αδέρφια μου κι εγώ. Δυστυχώς η δεσποινίδα του check in της Θεσσαλονίκης με έστειλε και σ' αυτή την πτήση σε θέση χωρίς παράθυρο. 25Β. Τέλος πάντων, λίγη υπομονή και αν και αυτή τη φορά - όπως και στον ερχομό - υπάρξουν άδειες θέσεις στα πιο πίσω παράθυρα θα καβατζώσω μια. Θα περιμένω να επιβιβαστούν όλοι οι ταξιδιώτες και μόλις ακούσω την αναγγελία "Cabin doors - Cross checked" θα σηκωθώ κατευθείαν και θα πάω πίσω.

Κουβαλάω στην πλάτη μου τη θήκη με τα πιατίνια, γύρω στα 12 κιλά και καμιά 25αριά ίντσες διάμετρο και δυσκολεύομαι κάπως να περάσω από το στενό διάδρομο χωρίς να κοπανήσω κανέναν καθισμένο επιβάτη. Φεύγουν σιγά σιγά τα νούμερα, γυρώ στο 18 σε πιάνει εκείνη η ελάχιστη περιέργεια, ποιός να κάθεται δίπλα σου, φτάνει το 21 το 22, έχω αρχίσει και βλέπω τη σειρά 25. Στο 25A είναι ένας μουσικός από την ορχήστρα που σε γενικές γραμμές δε θα επέλεγα τη συντροφιά του και στο 25C μια πολύ παράξενη κοπέλα. Έχει σκούρο μαύρο μαγισσένιο μαλλί, μάτια γαλάζια στην πιο ανοιχτή τους απόχρωση και ένα πρόσωπο με βλέμμα άγριο και ειρωνικό, με κατάλευκη επιδερμίδα και λεπτά χαρακτηριστικά σα να κατέβηκε από κάποιο κρυμμένο βασίλειο της Φινλανδίας, όπου επιτέλεσε μια βάναυση και κακιά μονάρχισσα, βασανίζοντας για χρόνια τους υπηκόους της για την προσωπική της διασκέδαση και μόνο. Βέβαια είχε και μερικά περιττά πάχη γύρω απ' την κοιλιά της που πρόδιδαν κακή διατροφή πράγμα που δεν ταιριάζει σε μια βασίλισσα, οπότε η παραπάνω εικασία πάει στο διάολο και μας μένει μια ρεαλιστική σχετικά υπόθεση ότι η κοπέλα έχει γεννηθεί κάπου στην πρώην Σοβιετική Ένωση και γενικώς δεν πρέπει να έχει περάσει καθόλου καλά στη ζωή της.

Όμως και στην 25Β το κάθισμα δεν είναι άδειο να με περιμένει. Αντιθέτως μια μεγάλη καράφλα ξεχωρίζει, που συνεχίζεται προς τα κάτω - καθώς πλησιάζω και αποκαλύπτεται - από ένα παχύ γέρικο πρόσωπο, έναν χοιρινό λαιμό, μια κοιλιά δεξαμενή και ένα κοντό παντελονάκι που άφηνε να φαίνονται δυο χοντρά ζυμαρένια μπούτια, κάτασπρα, άτριχα, με κρεατοελιές και ψηλή άσπρη κάλτσα με δερμάτινο παπούτσι. Ο γέρος έχει σκύψει πάνω της και της μιλάει ασταμάτητα, αυτή δείχνει σα να ενοχλείται κάπως αλλά το ανέχεται. Δε μ' αρέσουν οι λιγδιάρηδες, οπότε θα το παίξω τυπολάτρης και θα ζητήσω αρχικά να καθίσω στη θέση μου, ξέρω πως στο τέλος θα του κάνω το χατήρι γιατί φαίνεται να ταξιδεύουν μαζί, αλλά γιατί να μην του ταράξω λίγο την πάρλα;

Πάω κοντά και του δείχνω την κάρτα μου.

- Με συγχωρείτε, κύριος...

- Αχ...! Σε παρακαλώ, γίνεται να καθίσεις στη θέση μου...; Να, να, πάρε την κάρτα μου, σε παρακαλώ πολύ!

Αγχώθηκε παραπάνω από όσο περίμενα. Πόσο με προκαλεί αυτή του η αντίδραση που προδίδει ιδιοκτησία στο κορίτσι να το συνεχίσω...να του πω φερ' ειπείν ότι "κοίταξε να δεις, το χω γρουσουζιά να αλλάζω θέση" και οτι "την τελευταία φορά που άλλαξα θέση κοντέψαμε να συντριβούμε πάνω από τις Άλπεις". Δεν το κάνω τελικά. Βαριέμαι. Παίρνω το χαρτάκι του που μου δείχνει 25D. Ακριβώς δίπλα τους αλλά αμέσως μετά το διάδρομο. Παρόλα αυτά μπορώ και τους ακούω, οπότε έχει ένα κάποιοι ενδιαφέρον όλο αυτό. Αγαπώ τις γρήγορες εξακριβώσεις σχετικά με τις ζωές αγνώστων στα ταξίδια και διακριτικά επικεντρώνω την προσοχή μου στα λόγια τους. Κυρίως στα λόγια του γέρου γιατί αυτός μιλούσε συνεχώς. Και έλεγε με ένα λόγο γλοιώδη, με μια προσπάθεια να φέρει τα πράματα εύκολα για αυτόν, να πείσει την κοπέλα να ηρεμήσει, να την κάνει να γλυκάνει λίγο το παγωμένο βλέμμα της που ακτινοβολούσε οργή και μίσος..:

- Θα σας βολέψω όλους, μη στεναχωριέσαι...κι εσένα και τον πατέρα σου, θα περάσετε πολύ καλά μαζί μου. Εγώ είμαι πολύ σημαντικός, τους ξέρω όλους στην Κρήτη, θα δεις, θα περάσουμε πολύ καλά πουλάκι μου. Έλα, κουράστηκες; Έλα γείρε λίγο την καρεκλίτσα σου να κοιμηθείς. Κάτσε να πατήσω το κουμπάκι να γείρει. Άστο άστο σε μένα, ξέρω εγώ, έχω ταξιδέψει πολύ, έλα καρδούλα μου ακούμπησε το κεφαλάκι σου.

- Μιλάς συνέχεια, με τσατίζεις, κλείσ' το στομα σου, του απάντησε αυτή με σπαστά ελληνικά στη λογοδιάρειά του.

- Καλά ψυχή μου, καλά...ήσυχα ήσυχα, όλα καλά, όλα καλά...

Πίσω μου καθόταν ένας άλλος γέρος, με σκαμμένο πρόσωπο και ανακατεμένο μαλλί, μαζί με ένα πιτσιρίκι όχι πάνω από εφτά χρονών. Ήταν ο πατέρας της, ο οποίος φαινόταν ότι δεν καταλάβαινε καθόλου ελληνικά και το παιδάκι πρέπει να ήταν δικό της.

- Όλιβερ..!! Πάρε και τη δικιά μου την καραμέλα, επέμενε δέκα φορές ο χοντρός φωνάζοντας γλυκά στο παιδί, δίνοντάς του την καραμέλα που μοιράζουν οι αεροσυνοδοί πριν την πτήση, σε μια ελεεινή προσπάθεια να γίνει συμπαθής στην κοπέλα.

Έγινε το cross check, βρήκα θέση στο παράθυρο, ακριβώς μια σειρά πίσω. Στην πτήση, τις φορές που δε χάζευα το Αιγαίο και τα νησιά το μάτι μου έπεφτε στον άθλιο της θέσης 25Β και στο κρεατένιο κεφάλι του που έγερνε συνεχώς προς τα δεξιά και όλο μιλούσε. Καμιά φορά εκείνη έχανε τον έλεγχο και ξεπερνούσε τα όριά της και το οργισμένο χέρι της με το άγριο μανικιούρ, σηκωνόταν απότομα, ίσιο, τελείως τεντωμένο, σαν κεραυνός ικανός να σκίσει την άτρακτο του αεροπλάνου με τα νύχια του και τότε αυτός επέστρεφε υπάκουα για λίγο στο μαξιλάρι της θέσης του. Μετά έβρισκε μια ηλίθια αφορμή και της ξαναμιλούσε.

Στο τέλος, στο αεροδρόμιο, στην παραλαβή των αποσκευών η κοπέλα τελείως αποκαμωμένη, σα να άρχιζε να συνέρχεται από ολική νάρκωση αλλά να βασανίζεται ακόμα από τρομερούς ιλίγγους κάθισε στα μεταλλικά καθίσματα της αίθουσας. Οι βαλίτσες άργησαν πολύ να έρθουν. Ο γέρος πήρε πρωτοβουλία, της έβγαλε τα σανδάλια και άρχισε να της τρίβει τις πατούσες με φούρια λες και προσπαθούσε να την επαναφέρει στη ζωή. Ήταν η πρώτη φορά που εκείνη έσκασε ένα χαμόγελο. Ούτε ευτυχίας βέβαια, ούτε χαράς. Ένα ελαφρύ σκληρό ειρωνικό χαμόγελο, για το γελοίο μέλλοντα σύντροφό της, που ξεφτιλίζεται μπροστά στους εκατό συνεπιβάτες της πτήσης, που πέφτει στα πόδια της για το τίποτα, που εκείνη ξέρει ότι αν θελήσει μπορεί να τον κάνει να φορέσει στολή μπαλαρίνας και να χορέψει μόνος στην κεντρική πλατεία του χωριού του.

Πέρασα πίσω από το γέρο σε απόσταση αναπνοής. Εκείνος σκυμμένος πιστά στο καθήκον του έτριβε δυνατά. Προσπάθησα να πάρω το πιο αηδιασμένο βλέμμα μου. Προσπάθησα αρκετά και κάτι κατάφερα. Γύρισα και της το χάρισα απλόχερα. Έναν εκφραστικό εμετό όλο για χάρη της. Κι ευχήθηκα στο γέρο να ζήσει άλλα σαράντα χρόνια. Να ζήσει με τις αισθήσεις του σε πλήρη λειτουργία. Να την κουράσει, να την εξουθενώσει με τις άσκοπες φλυαρίες του. Τα βράδια να την υποχρεώνει να ανοίγει τα ρώσσικά της πόδια και δέχεται μέσα της το γέρικο μαραμένο όργανό του και την κάτασπρη κοιλιά του να τρίβεται στη δική της. Να την υποχρεώνει να καταπίνει τις ελάχιστες σταγόνες απ' το πεθαμένο σπέρμα του και ύστερα να της ζητάει ολονυχτίες με αγκαλιές και τρυφερότητες. Της ευχήθηκα έτσι να υποφέρει. Να μη βρει ποτέ το κουράγιο να τον δολοφονήσει. Κι όταν ο γέρος πεθάνει ήσυχος και ευτυχής από βαθιά καλοζωισμένα γεράματα να της αφήσει όλη του την περιουσία. Κι αυτή να είναι εξηνταπεντάρα και να 'χει χαθεί όλη της η ζωή μέσα στην αγκαλιά του, μέσα στα σάλια του και στη βρώμα του ιδρώτα του. Της ευχήθηκα με όλη μου την καρδιά.


Κι ήταν αυτό το πρώτο ταξίδι της ζωής μου που ξεκίνησε με ευχές.

Τρίτη

Miraflores Locks





Να ‘μασταν ένα ξημέρωμα στο στενό της Μιραφλόρες
Άγνωστοι επιβάτες καπνιστές
Στεκούμενοι ήσυχα σ’ ενός καραβιού τη μύτη
Ήσυχα σαν να 'ταν αυτό το φοβερό θέαμα σύνηθες



Δευτέρα

SXF 2010


Η γιαγιά η Μαριγώ ζήτησε απ' τους φύλακες του νοσοκομείου να την αφήσουν να πάρει ένα παλιό κρεβάτι που προοριζόταν για παλιοσίδερα. Εκείνοι της το έδωσαν Όμως ήταν βαρύ κι αυτή τόσο πολύ γριά, καμπουριασμένη κι αδύνατη απ' την πείνα που δε θα μπορούσε με τίποτα να το μεταφέρει. Πιο 'κει βρήκε ένα στρατιώτη. Τον χτύπησε ελαφρία στην πλάτη με το δαχτυλάκι της. Του έδωσε με νοήματα να καταλάβει. Του έδειξε και το σπίτι, λίγο πιο πέρα απ' το προξενείο. Σε μισή ώρα ο στρατιώτης μπήκε μέσα στην αυλή με το κρεβάτι στον ώμο. Τα παιδιά που έπαιζαν χάμω πάγωσαν. Είχαν δει πολλούς όμοιους μ’ αυτόν να σκοτώνουν στο δρόμο για πλάκα. Η είσοδος ενός κατακτητή στην αυλή δεν υπήρχε περίπτωση να είναι για καλό. Η Κατίνα τρομοκρατημένη – προσπαθώντας με κόπο να το κρύψει – του έδειξε πού να το ακουμπήσει. Εκείνος το άφησε απαλά, χαμογέλασε, έκλεισε το μάτι στα πιτσιρίκια κι εξαφανίστηκε...


Περπατάμε αργά. Σε λίγα λεπτά θα απαγορευτεί η κυκλοφορία. Εκείνη τη στιγμή εμείς θα είμαστε ακόμα στο δρόμο. Θα κινηθούμε κρυφά, απ' τα σκοτεινά δρομάκια, απ' τις απόμερες διαδρομές της πόλης. Περνούν από μακριά κατευθυνόμενα προς τις θέσεις ενάρξεως υπηρεσίας, τα πρώτα περίπολα της περιοχής για απόψε. Αν μας πιάσουν έξω το πιθανότερο είναι να ξημερώσουμε με εξονυχιστική ανάκριση και σίγουρα μια μεγάλη ταλαιπωρία με αυτεπάγγελτη δίωξη για καταπάτηση τον κανονισμών και δικαστήριο που για να πετύχεις αθώωση υφίστασαι τέτοια ταλαιπωρία και γραφειοκρατία, που θα προτιμούσες να περάσεις κανένα μήνα στις φυλακές για τις ελαφριές περιπτώσεις. Βέβαια σημειώνεσαι μετά από αυτό και δεν είναι καθόλου σοφό να ζεις σημειωμένος μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς.

Φτάνουμε στο σπίτι χωρίς πρόβλημα. Δε μας έχει δει κανείς για ακόμη μια φορά. Δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα είμαστε τόσο τυχεροί μ' αυτή τη συνήθεια που έχουμε να χανόμαστε στα σκοτεινά μέρη της πόλης. Γδυνόμαστε γρήγορα στο σκοτάδι. Μπορεί να έχει βομβαρδισμούς απόψε. Όμως απόψε εμείς γαμιόμαστε άγρια σε ένα δωμάτιο που θα μπορούσε άνετα να παρακολουθείται από τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Το υπόλοιπο της νύχτας κύλησε ήσυχα.

Τα πρωινά περπατάμε πολύ. Αυτό κάνουμε, μόνο περπατάμε. Μπορεί να μπλέξεις πολύ άσχημα αν διαπιστωθεί ότι δεν κάνεις τίποτα που να προσφέρει στη χώρα. Μας προδίδει το ύφος μας, αλλά πάντα περπατάμε. Μαθαίνουμε να ζούμε με εκείνο το τεχνητό σύνορο της πόλης. Να το αγνοούμε. Να ακούμε χωρίς συναισθήματα τον υπόγειο σιδηρόδρομο να διασχίζει την πόλη αργά χωρίς να σταματάει στους σταθμούς φαντάσματα. Να βλέπουμε τις βάρδιες να αλλάζουν σε κάθε πιθανή είσοδο των παλιών σταθμών.

Στις δώδεκα κάθε μεσημέρι από τα μεγάφωνα ο «σημαιοφόρος πασών των συμβαδιστών» εκφωνεί από τον τηλεοπτικό πύργο την ημερήσια διάταξη της χώρας. Η λέξη «αρχηγός» είναι απαγορευμένη όταν αναφέρεσαι σε εκείνον. Προσπαθεί να διατηρήσει ένα ταπεινό προφίλ. Συνήθως απαγγέλει προπαγανδιστικές φανφάρες και κάποιες τάχα πολύ αισιόδοξες μικροειδήσεις για την κρατική παραγωγή, για την ανάπτυξη και την καλοζωία που σύντομα μας περιμένει. Πάντα πίστευα ότι οποιοδήποτε πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη την έντονη προπαγάνδα και τον απόλυτο έλεγχο του τύπου και του λαού είναι προορισμένο να αποτύχει αργά ή γρήγορα. Φυσικά αυτές οι λέξεις δεν ηχήθηκαν ποτέ από εμένα. Έμειναν από φόβο στο μέρος του νοερού εκεί όπου φυλακίζονται πάντα οι μεγαλύτερές μας αλήθειες.

Πήγαμε στον παλιό ζωολογικό κήπο. Δεν ξέρω ποια ανάγκη μας οδήγησε εκεί. Ίσως για να νοιώθαμε πιο κοντά στη φύση μήπως κάτι μας φανεί διαφορετικό. Ο κήπος δεν ήταν στην ίδια κατάσταση όπως πριν χρόνια που επισκέπτονταν τη χώρα τουρίστες από παντού. Τον κρατούσαν υποτίθεται για τη διασκέδαση των «συμβαδιστών» αλλά εγώ πίστευα πάντα ότι γινόταν περισσότερο από εγωισμό και κόντρα στα αντίπαλα κράτη, μια απέλπιδα προσπάθεια επίδειξης των αγαθών που μπορεί να επιτύχει το έθνος. Ο φύλακας μας κοίταξε παράξενα όταν κόψαμε εισιτήριο. Είχε μέρες να δει κόσμο. Τα ζώα ήταν πεινασμένα και ασθενικά, πολλά κλουβιά άδεια και βρώμικα. Κάποιοι στάβλοι είχαν δεχτεί μερικές βόμβες των δυνάμεων των συμμάχων πριν από κάτι μήνες – το είχα διαβάσει στην εφημερίδα – που δεν επιδιορθώθηκαν ακόμα. Προφανώς το μέρος δεν επιθεωρείται και τόσο συχνά από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Σταθερά, κάθε μεσημέρι ξαναβρισκόμαστε γυμνοί στο κρεβάτι μας. Αφήνουμε τις κουρτίνες ανοιχτές να μπαίνει το φως καθώς ανακλάται πάνω στο φρέσκο χιόνι που έπεσε στις οροφές την προηγούμενη νύχτα. Αδιαφορούμε για το αν μας κοιτούν οι κάτοικοι των απέναντι κτιρίων. Δεν είμαστε οι μόνοι που με το σώμα μας ακάλυπτο πάμε πεισματικά αντίθετα στη μανία του καθεστώτος με την ομοιομορφία. Και η λέξη καθεστώς απαγορεύεται. Την αντικατέστησε πριν χρόνια ο όρος «αδελφότητα». Όπως και η λέξη «απαγορεύω». Αντί για αυτό χρησιμοποιείται το «προτείνεται». Προτείνεται από το συμβούλιο των προστατών των συμβαδιστών να μην κυκλοφορεί κανείς αδερφός μας συμβαδιστής στους δρόμους μετά την 11μιση βραδυνή.

Συχνά το κάνουμε κολλημένοι στο τζάμι του παραθύρου. Δεν έχει «προταθεί» ακόμα η μη σεξουαλική συνεύρεση στα παράθυρα. Δεν το έχουν σκεφτεί οι σοφοί της αδελφότητας.

Όταν σκοτεινιάσει περπατάμε και πάλι. Είναι η αγαπημένη μας επικίνδυνη συνήθεια. Έχουμε πιει από εκείνο το φτηνό κρασί που φτιάχνουν στους κρατικούς αμπελώνες. Είναι ένα από τα λίγα καλά πράγματα που μπορείς να βρεις εδώ.

Εκείνη καπνίζει ασταμάτητα. Την έχω δίπλα μου κι οι γυναίκες της κεντρικής οδού που ψαρεύουν μοναχικά αρσενικά δεν τολμούν να προσπαθήσουν καν να με αποπλανήσουν. Η μεθυσμένη αναπνοή της, η σιγουριά με την οποία περπατάει δίπλα μου και η παράξενη, αμήχανη γοητεία της, τις τρομάζει όπως ένας ιεροεξεταστής τις μάγισσες. Ξανά η διακοπή της κυκλοφορίας μας βρίσκει με τα βήματά μας να πατάνε πάνω στο μαύρο χιόνι, το βρώμικο χιόνι της πόλης, παιδί ενός πεισματάρη και βαρύ χειμώνα. Ο θόρυβος που κάνουν οι σόλες μας καθώς το συνθλίβουν μπορεί να ακουστεί εύκολα μέσα στην απέραντη ερημιά του αστικού κέντρου. Ακόμη μια φορά δε μας ακούει κανείς. Ξέρουμε ότι με βάση τις πιθανότητες είναι καθαρά θέμα χρόνου να εντοπιστούμε κάποια στιγμή από τους «προστάτες της φυλής» που οργώνουν όλη νύχτα κάθε γειτονιά και να μπλέξουμε. Καμιά φορά, σαν έχουμε επιστρέψει, στεκόμαστε στο παράθυρο, με σβηστό το φως και τους παρακολουθούμε να συζητούν μέσα στις στολές του και στα σκοτάδια. Καμιά φορά μου φαίνεται πως θα συνεχίσουμε να τους βλέπουμε ακόμα κι όταν αυτός ο παράξενος πόλεμος τελειώσει.

Μερικές νύχτες δεν κοιμόμαστε καθόλου। Το πρωί μας τυφλώνει ο πρώτος ήλιος και κάποια πρόσκαιρη αισιοδοξία

Ντυνόμαστε αργά και συνεχίζουμε να περπατάμε…